a

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ. ΟΠΟΥ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΝΙΚΑ ΤΗΝ ΣΑΡΚΑ                      

   Είμαι σε μια γκαλερί (θεε μου βοήθα να εξιστορήσω). Πήγα για την έκθεση αλλά και για τα κορίτσια. Βρήκα και μερικούς γνωστούς μου. Πρόσεξα πως η καλύτερη ζωγραφιά βρισκόταν δίπλα στην χειρότερη και μπροστά τους μια όμορφη κοπέλα. Πήρα το θάρρος και πλησίασα.

- Ποιο σας αρέσει περισσότερο;

- Δεν…δεν ξέρω..

Μου φάνηκε άσχετη. Παίρνω λοιπόν φόρα κι αρχίζω να αναλύω. Εξηγούσα για κανά πεντάλεπτο ώσπου πολύ κοντά μου άκουσα μια φωνή να ψιθυρίζει.

- Ναι αλλά δεν μας είπες ποιο σ'αρέσει. 

Πίστεψα πως ήταν φίλος της κι έκρυψα τον θυμό μου.

- Κοιτάξτε είπα, αντικειμενικά…

- Όχι αντικειμενικά, υποκειμενικά σε θέλω.

Δεν μου άρεσε ο ενικός του κι η φάτσα του ήταν συνηθισμένη.    

 Ρωτάω. "Είστε μαζί";

- Όχι λέει η κοπέλα.

- Τότε ,γυρνάω σ αυτόν, “μας αφήνετε; Έχουμε μια συζήτηση…”.

Αυτός γυρνάει στην κοπέλα “Σας ενοχλώ”;   Κι αυτή με απάθεια “Όχι”.

- Λοιπόν φίλε μου;…Είπε.

Τώρα είχα θυμώσει και με τους δυο. 

- Γειά σας μουρμούρισα κι έκανα να φύγω. 

Το χέρι του ακούμπησε με θράσος τον ώμο μου.

- Σε παρακαλώ μη φεύγεις, είπε.

Με εκνεύρισε η διαχυτικότητα του αλλά με ακούμπησε όπως θα μ'ακουμπούσε ο αδερφός μου. Κάθισα.                                            

- Λοιπόν παιδια, ειπε, ο πιο σοβαρός λόγος για τον οποίο στεκομαστε εδω και συζηταμε ειναι η ομορφια της κοπελας, ε; Ας φερουμε λοιπον την αιτία στην επιφάνεια κι ας την μετατρέψουμε σε παιχνιδι.

- Τι εννοείτε; Ρωτησα εγω. Εγω που διατηρούσα τον θυμό μου απο κεκτημένη ταχύτητα και δεν ήξερα τι να τον κάνω, τελικά θύμωσα και με τον εαυτό μου και προσπάθησα να αλλάξω έκφραση με αποτέλεσμα να αποκτήσω ενα χαμόγελο μάσκα.

- Θα σας εξηγήσω…προτείνω να ορίσουμε την, πως σε λένε κούκλα μου...Λίνα; Ωραια. Ας ορίσουμε την Λίνα ως έπαθλο.

- Θα μονομαχήσουμε, ρώτησα;

- Θα διαξιφηστούμε με τα επιχειρήματα μας και τον νικητή θα τον κρίνει η Λίνα,  στον οποίο και θα δώσει ενα φιλάκι στο μάγουλο.

- Και πάνω σε ποιό θέμα θα διασταυρώσουμε τα ξίφη μας;

- Κι αυτό θα το κρίνει η Λίνα…Λίνα, ποιό θα είναι το θέμα;

- Εε, το θέμα είναι ποιός απο τους δύο πίνακες είναι καλύτερος.                                                  Χάρηκα κρυφά γιατί η τέχνη είναι το γήπεδο μου.

- Οκ φίλε μου, έιπε αυτός, διάλεξε ποιόν πίνακα εκτιμάς περισσότερο και πείσε μας. 

Εγω θα υποστήριξω τον άλλον. 

     Όπως σας είπα οι δύο πίνακες είχαν σαφή διαφορά ποιότητας και διάλεξα τον καλύτερο.

- Ο δεξιά είναι καλύτερος γιατί οι φόρμες…

- Τι είναι φόρμα, ρώτησε.

- Ένσταση! Όχι διακοπές.

- Έχεις δικιο είπε, συνέχισε.

Μιλούσα για τέσσερα λεπτά. Η έκφραση της κοπέλας ήταν ήρεμη και απροσδιόριστη. Η έκφραση του πώς τον λένε, ήταν ζωντανή και όλο ενθουσιώδη περιέργεια που κατά στιγμές σκοτείνιαζε. Με την έκφραση του ήλεγχε την πορεία του λόγου μου. Όποτε φαινόταν δυσαρεστημένος ένιωθα την ανάγκη να επεξηγήσω. Τελικά μπερδέυτηκα και έπεσα σε αντίφαση ελπίζοντας να μην το προσέξουν. Η αντίφαση ήταν ότι αρχικά παρουσίασα τα κριτήρια με τα οποία συγκρίνω τους δύο πίνακες ενώ στο τέλος τόνισα ότι δεν μπορεί να συζητηθεί η αισθητική προσέγγιση, δηλαδή τα κριτήρια.

- Πέσατε σε αντίφαση…είπε.

Με παραξένεψε ο ξαφνικός πληθυντικός.

- Ναί…

Η κοπέλα ρώτησε. “Ποιά αντίφαση”;

- Δεν πειράζει, απάντησε. Ας το προσπεράσουμε, δε θέλω να νικήσω με κλεφτοπόλεμο…Σειρά μου τώρα.....Πιστεύω ότι ο άλλος πίνακας είναι ωραιότερος γιατί λάμπει από φιλοδοξία. Εκτιμώ την σύλληψη παρά την αδύναμη τεχνική του. Σε κάθε πίνακα διαφαίνεται η φιλοδοξία και το αποτέλεσμα της.

- Εγώ εκτιμώ τον πρώτο πίνακα ακριβώς για τον αντίθετο λόγο του είπα. Θέτοντας ο καλλιτέχνης τον πήχη της φιλοδοξίας χαμηλά μπόρεσε να τον φτάσει.

- Χα! Αυτά θα έλεγα φίλε μου, αν έπρεπε να υποστηρίξω τον δικό σου πίνακα. Έιναι

σειρά μου όμως να μιλήσω. Ρώτα με οτι θέλεις, μου είπε.

- Τι είναι φόρμα, φίλε μου;

- Μπαα, χα χα …Θυμηθήκατε την ερώτηση μου…Φόρμα, με απλά λόγια, είναι ένα κομμάτι σκιάς ή χρώματος που συσχετίζεται με τις άλλες κατά τρόπο αρμονικό.

- Με καλύψατε απάντησα.

- Το φαντάστηκα. Σας απάντησα όπως περίπου θα απαντούσατε εσείς, δηλαδή ξερά. Εγώ όμως έχω άλλη άποψη.

Η κοπέλα γέλασε. Έβγαλε δηλαδή ένα “χι”.

- Δηλαδή; Ρώτησα.

- Φόρμα δεν υπάρχει στη φύση. Έιναι νοητικό κατασκεύασμα καθώς ο καλλιτέχνης προσπαθεί να βάλει το χάος σε τάξη. Φόρμα σημαίνει ενότητα. Ενότητα που εμπεριέχει άλλες υποενότητες και μ'αυτόν τον τρόπο ο καλλιτέχνης σχολιάζει τα αντικείμενα του θέματος…γιατί η τέχνη είναι ένα σχόλιο επάνω στην πραγματικότητα πολύ πιο ουσιαστικό από την ίδια την πραγματικότητα. (Χειμωνας)

- Η τέχνη είναι μη συμβατική επικοινωνία .

- Πόσο ξερή προσέγγιση! Κομουνιστής είσαι, με ρώτησε; Τέχνη είναι να σμιλεύεις τη σιωπή με λέξεις και το κενό με χρώματα.

- Δε θα συνεννοηθούμε, απάντησα. Εγώ μιλάω ορθολογικά κι εσείς ποιητικά.

- Αυτό είναι το λάθος σου! Μιλάς λογικά για κάτι που εμπεριέχει το μυστικό στοιχείο, το κρυφό. Για κάτι που δείχνει ότι δεν μπορεί να ειπωθεί.

Κάποιοι κρυφάκουγαν διακριτικά. Είχα χάσει κατά κράτος, το έβλεπα στα μάτια της. Ήταν γοητευμένη απ'αυτά που κατάλαβε και περισσότερο για αυτά που δεν κατάλαβε, αλλά ένιωθε την αξία τους.

- Το βλέπετε είπε; Χάσατε. Το μεγαλύτερο λάθος σας ήταν ότι δεν χειριστήκατε τα μή λεκτικά σήματα και ειναι σημαντικό όταν διεκδικείτε μια γυναίκα. Εκπέμψατε ψύχος.

Η κοπέλα έγειρε να τον φιλήσει. Εγώ βασανιζόμουνα.

- Τώρα φιλήστε με και εσείς είπε.

- Ορίστε;

- Θα σας δώσω έναν λόγο…Παρόλη την ευφράδεια σας, αγνοείτε τι πραγματικά είναι τέχνη και θα σας το πω εγώ....Θα μου δώσετε την ευκαιρία; Θα μιλήσω 'λογικά'.

- Κοπιάστε.

- Λοιπόν, τέχνη είναι… να, το βλέπεις αυτό το τραπεζάκι; Κατά βάθος αγνοούμε τι είναι αυτό το τραπεζάκι ώς έννοια και ώς ύλη κι αυτό ίσως γιατί κι εμείς δεν ξέρουμε ποιοί είμαστε. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι το τραπεζάκι κι εμείς απέχουμε μισό μέτρο. Γνωρίζουμε δηλαδή μόνο τη σχέση μας με τα αντικείμενα. 'Εργο τέχνης είναι η αποκρυστάλλωση της σχέσης μας με τον κόσμο που μιλάει γι αυτόν και για μας. Σε έπεισα; Φιλάκι;

- Όχι, γιατί…

- Γιατί καταβάθος δεν σας ενδιαφέρει η τέχνη αλλά η φιλοσοφία. Ε λοιπόν η τέχνη μας βοηθά να αναζητήσουμε την αλήθεια όχι στα πράγματα, αλλά στα γεγονότα. Στίς σχέσεις δηλαδή των πραγμάτων. Ορίστε.....σ'έπεισα; Φιλάκι;

Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινα μετέωρος να τον κοιτώ να δείχνει με το δάχτυλο το μάγουλο του. Χαμογελούσε μ'ανοιχτό στόμα κι έλαμπε. Η κοπέλα χειροκρότησε.

- Πρέπει να φύγω είπε, ορίστε το τηλέφωνο μου.                          

Γυρνάει ξαφνικά στην κοπέλα. “Το Λίνα από πού βγαίνει”;

- Απ το Τσβετελίνα. Η μητέρα μου είναι Βουλγάρα. Ο πατέρας μου Έλληνας.

- Αν δεν είσαι από μία χώρα τότε δεν είσαι από καμία, της είπε.

- Τι εννοείτε;                                                                                                                     - Γειά σας. Φίλε μου πάρε με τηλέφωνο.

Έμεινα μόνος με την κοπέλα και παραξενεύτηκα γιατί θα πρoτιμούσα να τον ακολουθήσω παρά να ασχοληθώ με την κοπέλα. Το πνεύμα νικά την σάρκα;  σκέφτηκα. Η Λίνα φαινόταν θυμωμένη που δεν έδωσε σ'αυτήν το τηλέφωνο του.

- Είναι αδερφή, είπε.   

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ. ΟΠΟΥ ΕΝΑΣ ΤΡΕΛΟΣ  ΠΑΡΑΛΗΡΕΙ

     Τις επόμενες μέρες ήμουν αποσχολημένος. Μόλις είχα πάρει το πτυχίο της καλών τεχνών και έψαχνα για δουλειά σαν δάσκαλος ελεύθερου σχεδίου. Είμαι καλύτερος στο να διδάσκω παρά στο να πράττω, να ζωγραφίζω. Ξεκίνησα δοκιμαστικά στο εργαστήρι προετοιμασίας για την σχολή καλών τεχνών 'Μορφές'. Εξηγούσα τον χειρισμό της φόρμας στους μαθητές και ξαφνικά ένιωσα τα λόγια μου κενά. Όπως είπε κι εκείνος προχθές..... φόρμα δεν υπάρχει. Είναι ένα νοητικό σχήμα. Πώς όμως να το εξηγήσω; Πάντα εννοώ αυτά που λέω γι αυτό και τώρα μπλόκαρα. Του έστειλα μήνυμα για την κατάσταση μου. Του έγραψα; “Καλημέρα, η προχθεσινή μας κουβεντούλα με εμποδίζει να διδάξω. Τι προτείνεις...”;

Χτυπάει τότε το τηλέφωνο μου. “Διευκρίνισε στους μαθητές σου ότι όλα όσα λές αφορούν την παραδοσιακή, προ του Σεζάν, ζωγραφική. Μύησε τους στην κλασσική ζωγραφική και μετά βλέπουμε”.

- Σ'ευχαριστώ… πώς σε λένε, τον ρώτησα;

- Δεν έχω ακόμα όνομα. Λέγε με όπως θέλεις.

- Θα με τρελάνεις εσύ. Να σε λέω δάσκαλο; Είπα στ'αστεια.

- Τι είδους δάσκαλο;

- Δάσκαλο ζωγραφικής.

- Α…

Το βράδυ πήγα στην γιαγιά μου που χαίρεται όταν με βλέπει και απ'την πλεύρα μου την θεωρώ τον πιο αξιόλογο άνθρωπο που έχω γνωρίσει. Μιλάει σιγά και τραγουδάει υπέροχα. Τελευταία γράφει τραγούδια. Χρησιμοποιεί στους στίχους της κάπως κοινότοπες εκφράσεις, όμως εγώ διαβλέπω την φιλοδοξία της ψυχής να εκφραστεί σ'όλη την θεϊκη της μεγαλοπρέπεια. Ξαφνικά μου ήρθε μια ιδέα.

-  Γιαγιά, να σου πώ το πάτερ ημών;                                                                          

Άρχισα. Πρόσεχα τον τονισμό, το χρώμα και την άρθρωση.

- Σ'άρεσε γιαγιά; Θέλεις να την πείς κι εσύ;

Και την είπε…κι έπαθα την πλάκα μου. Η χροιά της φωνής της είχε τέτοια συντριβή, ταπείνωση και παράκληση που δίπλα της η δικιά μου εκφορά φάνταζε καραγκιόζης που κομπάζει. Λένε: “δεν έχει σημασία τι λές αλλά πώς το λές”. Δεν νοιαζόταν η γιαγιά μου καθόλου για το ύφος. Απήγγειλε με απλό σεβασμό και δέος στη δύναμη των λέξεων, ακόμα κι όταν έδειχνε να μην τις καταλαβαίνει όλες. Έτσι ο λόγος της πήγαζε αβίαστα ατόφιος.

Την άλλη μέρα σκεφτόμουν τον περίεργο. Ένιωθα ότι περίμενε τηλεφώνημα μου χωρίς να με παίρνει ο ίδιος. Αυτό με πείσμωσε και δεν τον πήρα. Έτσι πέρασαν δύο μέρες. Το πρωί δίδασκα, και ζωγράφιζα το βράδυ. Ζωγράφιζα στο κομπιούτερ τις μέτριες, χωρίς φιλοδοξία εικόνες μου και διασκέδαζα να μην εφαρμόζω τίποτα απ'όσα δίδασκα. Χτύπησε το κινητό μου και ήταν αυτός.

- Έρχεσαι Καμάρα με ρώτησε.

- Δεν μπορώ, εχω δουλειά.

- Σε παρακαλώ, σε χρειάζομαι.

- Τι χρειάζεσαι εμένα; Δεν έχεις φίλους;

- Χρειάζομαι έναν διανοούμενο.

Καθοταν στο καφε 'Άλφα'.

- Λοιπόν τι με θές;                                                                                                            - Κάτσε φίλε μου, κάτσε. Τι σε θέλω;  Θες μια απάντηση λογική ή μεταφυσική; Θες

μια απάντηση ενός λεπτού ή μιάς ώρας;

- Μη με κουράζεις. Λέγε.                                                                                                          

- Να…σήμερα έχω έμπνευση και αναρωτιέμαι τι εντύπωση δίνω.

- Ορίστε;

- Ας ξεκινήσουμε μια συζήτηση και θα καταλάβεις.

- Συζήτηση; Με τι θέμα, τον ρώτησα;

- Οτιδήποτε…Ας πούμε ο Θεός. Τι σχέση έχεις με τον Θεό; Πιστεύεις;

- Σ'αυτό είμαι αγνωστικιστής, δηλαδή δεν ξέρω αν υπάρχει Θεός ούτε αν δεν υπάρχει…και δεν πιστεύω ότι θα το μάθουμε ποτέ. Δεν μπορούμε να ξέρουμε.

- Εσύ πιστεύεις ότι υπάρχεις?

- Ε…ναι βέβαια.

- Και πιστεύεις ότι με τον καιρό βελτιώνεται η συνείδηση σου; Ότι καταλαβαίνεις περισσότερα απ'οσα καταλάβαινες σαν μωρό;

- Κατά καιρούς ναι…

- Αν λοιπόν βελτιωνόμαστε, οδεύουμε πρός τα πού; Τα ιδανικά δεν τα φτάνουμε αλλά μας φωτίζουν τον δρόμο. Σημασία έχει η διαδρομή και το να παραμείνουμε στο σωστό μονοπάτι. Αν υποθέσουμε ότι η συνειδησιακή σου κατάσταση, όταν ήσουν βρέφος, είναι ένα σημείο και η συνειδησιακή σου κατάσταση τώρα που καταλαβαίνεις περισσότερα είναι ένα άλλο, τότε απ'τα δύο σημεία περνάει μια γραμμή που εκτείνεται στο άπειρο κι εκεί στην άκρη του απείρου μας περιμένει ο Θεός. Θεός λοιπόν, στη πιο πεζή αντίληψη είναι ο ιδεατός σου εαυτός, η ιδεατή σου εικόνα που σου μιλάει και σε προσκαλεί. Πώς σε λένε; Γιώργο; Θεός είναι ο σούπερ Γιώργος που βρίσκεται μέσα σου και που πασχίζει να εκφραστεί. Θεός είναι ο πυρήνας σου, ο πιο Γιώργος που μπορείς να γίνεις.

- Δεν ξέρω αν κατάλαβα σωστά αλλά…

- Και ξέρεις πιο είναι το αστείο; Ο ιδανικός σου εαυτός μοιάζει πολύ με των άλλων. Οι ανάγκες και οι φιλοδοξίες είναι, κατά βάθος, ίδιες. Και από αυτήν την πλευρά, Θεός είναι ό,τι μας ενώνει.

- Και ποιές είναι αυτές οι φιλοδοξίες;

- Μα να γίνουμε θεοί φυσικά! Εσύ είσαι διανοούμενος και σε χρειάζομαι. Οι γυναίκες νιώθουν περισσότερα από όσα καταλαβαίνουν. Εσυ περισσότερο σκέφτεσαι παρά νιώθεις. Εγω αν ένιωθα οσα καταλαβαίνω θα τρελαινόμουνα και ξέρεις κάτι; Πρός τα κει οδεύω και πες μου, είμαι περήφανος η ταπεινόφρων;

- Δεν μπορώ να πω, τα λες ανακατεμένα και πετάς συνειρμικά από σκέψη σε σκέψη.

- Δεν μπορείς να πείς γιατί εκεί ψηλά οι αντιφάσεις (π.χ. περήφανος – ταπεινόφρων) εναρμονίζονται και ίσως στο τέλος να ταυτίζονται. Ο Χριστος , ας πουμε, ηταν σουπερ υπερηφανος και σουπερ ταπεινοφρων ταυτοχρονα. Ελεγε «ειμαι θεος …και σας πλενω τα ποδια!» Είναι λιγοστός ο αέρας εδώ πάνω αλλά η θέα υπέροχη. Αν ήσουν γιατρός θα με θεωρούσες μανιακό. Κάθε γεγονός έχει τουλάχιστον δυο ερμηνείες. Την λογική, δηλαδή ότι είμαι άρρωστος και την μεταλογική, την μεταφυσική δηλαδή ότι μεταρσιώνομαι (εκπνευματωνομαι). Τι γνώμη έχεις τώρα για μένα;

- Ότι έχεις πονέσει πολύ κι ότι η φαντασία σου καταπίνει την λογική αντικειμενική θέαση του κόσμου. Διαλύεσαι.

- Χα. Ο Φρόυντ ίσως θα έλεγε ότι το υπερεγώ μου καταπίνει το εγώ…Με είπες δάσκαλο. Ξερεις τι δασκαλος ειμαι εγω, με ρώτησε; Είμαι δάσκαλος δασκάλων. Και το πρώτο που σου διδάσκω είναι ότι η αλήθεια δεν κρύβεται στα βιβλία αλλά περισσότερο στα  βλέμματα. Εγώ είμαι συλλέκτης βλεμμάτων και εννοιών. Να, τώρα το βλέπω. Με κοιτάς καχύποπτα. Αυτό το βλέμμα αντιμετωπίζω ολη μέρα. Μιλάω κι ο κόσμος τρομάζει.

Θέλω την βοήθεια σου. Επιδιώκω μια ζωή μεταφυσική. Ξεκινώ από το να θυμάμαι τον θάνατο, από την μνήμη θανάτου και θα καταλήξω στην κατάργηση του, αλλα αυτό θα στο εξηγήσω άλλη φορά. Ανεβοκατεβαίνω συνεχώς επίπεδα συνείδησης. Από κοιμισμένος γίνομαι ξύπνιος κι από παλιόπαιδο Χριστός…αλλά εδώ είναι το πρόβλημα. Οσο απομακρύνομαι από το μέτριο γκρι σκοπεύοντας το λευκό τόσο κινδυνεύω να γίνω μαύρο. Θέλω να μιλάω αληθινά αλλά ένα ψεματάκι ν'ανακατέψω στις κουβέντες μου και γίνομαι σατανάς, γιατί ο σατανάς λέει 99 αλήθειες και ένα ψέμα. Χρησιμοποιώ το χριστιανικό μοντέλο περιγραφής του θείου για να με καταλάβεις αλλά θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω και άλλα. Το προμηθεικό , το βουδιστικό…

- Είπες ότι γίνεσαι Χριστός, όμως δεν έχεις ούτε την ηρεμία ούτε την απλότητα του Χριστού. Φανερώνεις ένταση και μπερδεύεσαι. Πήγες σε γιατρό;

- Ο πατέρας μου είναι ψυχίατρος και άθεος. Διέγνωσε μανιοκατάθλιψη και μου'δωσε χάπια…Ισως ο Θεός θέλει την βοήθεια του ανθρώπου για να τα βρεί με τον διάβολο.

- Τα χάπια σου τα παίρνεις;

- Παραφέρομαι; Κι όμως προσπαθώ να εναρμονιστώ μαζί σου. Να πετάξουμε μαζί προς την έσχατη συνείδηση. Γιατί παράδεισος είναι η επικοινωνία. Προσπαθώ τώρα να φτιάξω μαζί σου έναν παράδεισο για δύο. Κι είμαι ολόκληρος εδώ. Είναι αμαρτία η απουσία από το παρόν…Είναι αμαρτία η απουσία από το παρόν! (Πεντζικης) Αυτό θυμάμαι από όλα όσα διάβασα και επίσης. Το να φοβάσαι τον θάνατο είναι δείγμα κακής ζωής! (Βίττγκενσταιν). Αυτές οι δύο προτάσεις είναι πόρτες που οδηγούν απο τη λογική στη μεταλογική, στη μεταφυσική. Αυτό πρέπει να το ξέρει ένας δάσκαλος, ένας μαχητής γιατι θα συναντήσει τους 4 εχθρούς. Δεν είναι κατάλληλη ώρα να σου εξηγήσω αλλά σκέψου τον Αδάμ και την Εύα. Όταν εκδιώχθηκαν από τον παράδεισο τα ζώα που πήγαν; Τα ζώα είναι ακόμα εκεί, στον παράδεισο και φαίνεται στο βλέμμα τους. Όλα τα πλάσματα είναι στον παράδεισο εκτός από μας. Τώρα σου διδάσκω. Προσπαθώ να εναρμονιστώ με το μήκος κύματος σου, με το χρώμα της ακτίνας που εκπέμπεις. Να θυμάσαι πως όταν μιλάς σε πολλά άτομα ταυτόχρονα πρέπει να εκπέμπεις σε λευκό που έχει όλα τα χρώματα. Μιλάω, μιλάω, δουλεύω για να φέρω την σιωπή. Τότε που μ'ένα βλέμμα θα'ναι όλα κατανοητά κι εγώ είμαι στη μέση της πορείας κι ακολουθώ την μελωδία που ντύθηκε η κραυγή γιατί έφαγα ερεβόπιτα!...

Ο κεραυνός ξαστόχησε γιατί άλλον κυνηγούσε, κάποιον μυημένο, κι εμένα βρήκε τον αδαή, τον απροετοίμαστο, τον παπαγάλο. Κι έτσι ο παπαγάλος εννόησε αυτά που παπαγάλιζε κι έχασε την λαλιά του και την ξαναβρήκε στην αντίπερα όχθη κι όλα ανάποδα φωσφορίζουν και καλούν να ονομαστούν ως τους πρέπει. Είμαι ο δρόμος που οδηγεί σε σένα.

Είμαι όχι η θλίψη αλλά η μελέτη της.

Είμαι η αύρα του πορτατίφ όταν το καταδέχεσαι.

Είμαι το οτιδήποτε και το αντίθετο του.

Εγώ! Ο έσχατος Αδάμ, ο τυχερός του χάους, ο καμμένος. Με την καταδίκη να ζώ αιώνια και αιωνιότητα να εμφύσω σε κάθε στόμα που ανοίγει ωσάν την αρχική εκείνη έκρηξη, που το τίποτα, το σκοτάδι παράγει τον κόσμοoαααα…

Τα μέλη  του τεντώθηκαν και είχε σπασμούς σα να τον χτύπησε το ρεύμα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Είχε κρίση (επιληψία);. Αργότερα έμαθα ότι ήταν 'εξωπυραμιδικό σύνδρομο', παρενέργεια του φαρμάκου. Τινάχθηκα και τον χαστούκισα για να τον συνεφέρω. Ηρέμησε κρεμασμένος στην καρέκλα σαν άδειο σακούλι και τα βλέφαρα του βάρυναν. Άρχισε να δακρύζει.

- Τι έχεις; Τι έχεις; Να πάμε στο νοσοκομείο?

- Όχι…Είμαι καλά, ψιθύρισε.

- Γιατί κλαίς;

- Τίποτα, δεν είναι τίποτα. Συγγνώμη. Εσύ δεν χρωστάς τίποτα να τα περνάς όλα αυτά. Πρέπει να φύγω, πρέπει να κοιμηθώ.

- Να σε πάω σπίτι σου; Που μένεις;

- Δεν χρειάζεται…Έχεις πέντε ευρώ;

- Ναι… ορίστε.

- Γειά σου. Θα τα ξαναπούμε...Συγγνώμη.

Το βράδυ του έστειλα μήνυμα. “Είσαι καλά”;. Τις επόμενες μέρες τον σκεφτόμουν. Αυτός ο άνθρωπος κουβαλούσε βάρος…Ίσως άρρωστος, τι είδους θεία μανία τον διακατείχε; Οι ώρες μαζί του ήταν βαριές και ο χρόνος κυλούσε πιο αργά. Ένιωσα πως βασανιζόταν, έκανε βουτιά στην άβυσσο ή στο υποσυνείδητο ή δε ξέρω που.. Ακόμα και τα λάθη του ήταν μεγάλα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ. ΟΠΟΥ Ο ΗΡΩΑΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΝΑ ΡΩΤΗΣΕΙ

     Την άλλη μέρα πήγα στο Δημοτικό σχολείο οπου διδάσκω ζωγραφική στα παιδάκια.

- Κύριε είστε παντρεμένος;

- Όχι.

- Προσοχή. Θα μείνετε τζατζόγριος.

Άρχισα να γράφω αυτό το ημερολόγιο. Σε ποιόν απευθύνομαι; Στούς ανθρώπους; Στον ιδεατό μου εαυτό; Όπως θα'λεγε κι εκείνος. Το βράδυ βρέθηκα με κάτι φίλους και αργά το βράδυ με πήγαν σε ένα μέρος που απεχθάνομαι. Ένα μπάρ με πόρνες κονσοματρίς. Με πίεσαν και τελικά μπήκα μαζί τους. Μια γυναίκα μεθυσμένη, ανθρώπινο κουρέλι, κάθησε δίπλα μου και άρχισε να μονολογεί φωναχτά “Γενικώς το θέμα είναι να γαμήσεις… Γαμώτο, για ουίσκι ψάχνω κι όλο σε νερό πέφτω. Θα με κεράσεις”; Θεε μου σκέφτομαι......έρχονται πελάτες για να διασκεδάσουν με γυναίκες σ'αυτή την κατάσταση; Και διασκεδάζουν; Ξαφνικά σηκώθηκε ,κάθησε επάνω μου και άρχισε να τρίβεται. Αιφνιδιάστηκα και έμεινα παγωμένος. Τέλος σηκώθηκε λέγοντας: “Εσύ δε θα παντρευτείς ποτέ”.

- Δεύτερη φορά που το ακούω σήμερα.

Ξαφνικά θυμήθηκα τον έρωτα της ζωής μου, την Μελίνα. Δεν τη σκέφτηκα ποτέ σεξουαλικά, το μόνο που ήθελα είναι να βρίσκομαι δίπλα της. Το πρώτο που της είπα ήταν “Είμαι ερωτευμένος μαζί σου” και είμαι σίγουρος πως ένιωσε όλο το βάρος του έρωτα μου. Έκανα σεξ αρκετές φορές στη ζωή μου, όμως η πιο ερωτική στιγμή που πάντα θα θυμάμαι ήταν τότε, στο πρώτο μας ραντεβού, που με άφησε να κρατώ το χέρι της, το χεράκι της. Εκείνο τον καιρό πονούσα πολύ, δηλαδή ζούσα έντονα, αλλά τελικά δεν την έκανα ποτέ δικιά μου. Πήγε και παντρεύτηκε.

Μετά, άρχισε η εποχή που σατανικά, είχα στόχο η κάθε κοπέλα με την οποία έκανα σχέση να είναι ομορφότερη απ'την προηγούμενη. Έτσι ήθελα να βλέπω το στάτους μου να ανεβαίνει. Άκουγα μια φωνή: “Αθλιε!”.

Πέρασαν μέρες και τον πεθύμησα. Πεθύμησα τον πομπώδη λόγο του, την ιερή μανία του. Τότε μου ήρθε ένα μήνυμα: “Καλησπέρα τζουτζούκο, εγώ δεν υπάρχω”.

Ώπα λέω, είναι ακόμα σε άσχημη φάση. Το ίδιο βράδυ μου έρχεται ένα μήνυμα: “Θα μου αφιερώσεις την τελευταία σου σκέψη πριν κοιμηθείς”; Δεν απάντησα για να μην μπλέξω. Δεν μπορούσα όμως να κοιμηθώ. Είχα πέσει σε παγίδα. Προσπαθούσα να κάνω άλλες σκέψεις, όμως μου είχε κολλήσει αυτή του η κουβέντα. Τελικά του έστειλα μήνυμα.

- Ποιοί είναι οι τέσσερεις εχθροί του μαχητή δάσκαλε; Κατ'αρχήν είσαι καλά;

- Τι είδους δάσκαλος είμαι, απάντησε;

- Είσαι δάσκαλος δασκάλων, είσαι δάσκαλος ζωής.

- Ειρωνεύεσαι;

- Το μισοπιστεύω.    

- Ας είναι, ας μείνουμε σ'αυτό. Τα λέμε αύριο.

Μου έδωσε ραντεβού στην εκκλησια 'Παναγία Δέξια'. Τον βρήκα ήρεμο. Καθήσαμε για λίγο αμίλητοι.

- Νιώθεις τις δονήσεις; Ο Θεός δεν κατοικεί πια εδώ. Πάμε;

Εκείνη την ώρα μπήκε ένας ζητιάνος και παρακαλούσε τους καθισμένους. Δύο άνθρωποι της εκκλησίας πήγαν να τον διώξουν. Ξαφνικά αυτός άρχισε να φωνάζει.....Ανόσιοι! Καταντήσατε τον οικο του Θεού τράπεζα…Φαρισαίοι!

- Θα φωνάξουμε την αστυνομία, έλεγαν αυτοί.

- Να την φωνάξετε! Λωποδήτες!.

Τοτε επενέβη ο φίλος μου. Τον ακούμπησε στον ώμο και βγήκαν ήρεμα μαζί έξω, μπροστά στην είσοδο. Εκεί ξαφνικά ο ζητιάνος πέφτει στα γόνατα και τον προσκυνάει. Ο φίλος μου έδειξε αμηχανία. Έφυγε τρέχοντας πρός την Καμάρα. Τον ακολούθησα τρέχοντας και καθώς περνούσα, ένας τύπος φώναξε. “Μην φοβάστε, εγώ είμαι, ο Παύλος”.

Τον βρήκα στην καφετέρια της Καμάρας, στον “Ελπιδοφόρο'.

- Τι του είπες κι έπεσε στα γόνατα, ρώτησα;

- Τίποτα. Δεν μιλήσαμε.

- Ναι αλλά τον αγκάλιασες από τον ώμο.

- Αυτά είναι τα μαγικά μου, αυτά να τα βλέπεις εσυ που δίνεις σημασία μόνο στις λέξεις. Διανοούμενε!

- Οι λέξεις είναι βαγονάκια που μεταφέρουν το νόημα.…και το νόημα είναι πάντα περισσότερο και ξεχειλίζει. Ας δείξουμε ό,τι δεν μπορούμε να πούμε και ας υπαινιχθούμε το άρρητο πανω απ'το εκπεφρασμένο.

- Άρχισες πάλι, άνθρωπε μου δεν μπορείς να μιλήσεις φυσιολογικά;

- Θες μια απάντηση ενός λεπτού ή μιας ώρας;

- Οχι δεν θα το αντέξω. Τι δουλειά κάνεις;

- Είμαι ζητιάνος…Μ'αρέσει να ζώ αποκλειστικά από την καλοσύνη των άλλων.

- Χα! Θα πεθάνεις από την πείνα.

- Βασικά ζητιανεύω από τη μάνα μου.

- Έχεις σπουδάσει?

- Σπούδασα την τέχνη του διαβέλου. Διαφήμιση…Μίλησες για λέξεις και νόημα....Bλέπουμε τώρα ο ένας τον άλλον σαν να διαφέρουμε. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο ένας μπαίνει μέσα στον άλλον, με το νόημα του λ'ογου του. Kι ο άλλος μετά τον κουβαλάει μέσα του. Τώρα που σου μιλώ μπαίνω μέσα σου και μετά θα μιλήσεις εσύ και θα μπείς μέσα μου. Αυτή η κατά κάποιο τρόπο σεξουαλική διαδικασία, είναι χορός. Χορεύουμε…Ας καθαρίσουμε τις αισθήσεις μας. Αν ακούσεις τόσο καλά όσο μιλάς θ'αρχίσεις και να βλέπεις. Μέσα μου κυκλοφορούν τόσοι πολλοί. Ο Σωκράτης, ο Χριστός…τριάντα σου μιλάμε από εδώ μέσα.

- Με τρομάζεις. Εσύ που είσαι;

- Εγώ σχεδόν δεν υπάρχω. Φίλε μου, είμαστε κοκτέιλ αλλονών. Η μόνη μου προσωπική επέμβαση είναι ότι μετά τα 17 άρχισα να επιλέγω εγώ από ποιόν θα επηρεαστώ. Μην ξεχνάμε όμως ότι μέχρι την εφηβεία μας μαιμουδίζαμε άκριτα τους άλλους. Τους γονείς μας, το περιβάλλον…Αν δεν επιδιώξουμε την καλή παιδεία θα λουστούμε την κακή, το κίτς που μας περιτριγυρίζει. Προτιμώ να είμαι αγωγός του Πλάτωνα παρά της θείας μου της Κίτσας. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να γίνουμε καθαροί αγωγοί του νοήματος, του πνεύματος που πασχίζει να εκδηλωθεί στον τρισδιάστατο κόσμο, να γειωθεί σε τόπο και χρόνο…Πες μου ένα ελάττωμα σου.

- Βαριέμαι εύκολα.

- Πλήξη είναι η πείνα του πνεύματος. Πρέπει να σε ταίσω.

Ήρθε η κοπέλα για παραγγελία. Εγώ ζήτησα ένα σπάνιο είδος τσαγιού που δεν είχαν. Ζήτησα ένα άλλο που επίσης δεν είχαν κι ένα άλλο… μέχρι που στο τέλος πήρα χαμομήλι. Τότε αυτός είπε.

- Αν η ευαισθησία σου εκτονώνονταν στην τέχνη σου, δεν θα σου έβγαινε στη επιλογή τσαγιού που απαιτείς. Γίνεσαι υποχόνδριος.

- Έχεις απάντηση για όλα;

- Χα! Είμαι μηχανή απαντήσεων.

- Τότε θα σου βάλω δύσκολα. Ένας θείος μου έχει καρκίνο. Πως θα τον παρηγορήσω; Είμαι στεναχωρημένος.

- Αν θες να στεναχωριέσαι για κάποιον ,να στεναχωριέσαι για σένα που επίσης θα πεθάνεις. Ο μόνος τρόπος ίσως  για να του δώσεις κουράγιο είναι να αυτοκτονήσεις μπροστά του λέγοντας: “Να βλέπεις; Δεν είναι τίποτα”.  Αφού δεν μπορείς να το κάνεις αυτό μην τον πλησιάζεις γιατί ζηλεύει την υγεία σου και μισεί τον οίκτο σου.

- Είσαι απίστευτος, του είπα! Τρομάζω να σε ρωτήσω κάτι, φοβάμαι την απάντηση σου. Με ξεκουρδίζεις…Υπάρχει αθανασία;

- Για μετά θάνατον δεν ξέρω.Υπάρχει όμως εν ζωή. Μπορείς να είσαι αθάνατος για 10 λεπτά. Όλα έχουν να κάνουν με τον χειρισμό του χρόνου. Θα στο αναπτύξω μετά. 

- Πάλι με κούφανες. Τα θέλεις και τα λες ή σου ξεφεύγουν;

- Δεν σκέφτομαι πια, ρέω. Θέλεις να εξομολογηθείς;

- Σε σένα;

- Ναι.

- Ίσως αργότερα.

- Οκ…Μιλούσαμε για αθανασία.

- Εσύ μιλούσες.

- Κι εσύ άκουγες φιλτράροντας τις λέξεις μου, δίνοντας τες το δικό σου νόημα κάνοντας ουσιαστικά εσωτερικό διάλογο. Αυτό είναι σολιψισμός.

- Δεν κατάλαβα τίποτα, συνέχισε.

- Δεν πειράζει. Θα στο εξηγήσω άλλη φορά.

- Κατ'αρχήν είσαι καλά στην υγεία σου;

- Ναι. Γιατί έχεις κοτσίδα; Για να επιδείξεις την πνευματική σου ανεξαρτησία; Ο καθένας με την στολή του. Κι εγώ είχα μακριά μαλλιά και μούσια αλλά τώρα θέλω να απλοποιηθώ. Έτσι είμαι απροσδιόριστος κι όχι τυποποιημένος. Θέλω να εκφράζω την διάθεση της κάθε στιγμής που αλλάζει, κι όχι ένα σταθερό επιφανειακό σήμα εμφάνισης. Ακόμα κι η Μόνα Λιίζα δεν ήταν πάντα χαμογελαστή.

- Ε;

- Έχοντας απλή, ουδέτερη εμφάνιση αισθάνομαι πιο καθαρά την τυποποίηση, το σήμα των άλλων. Την παραλλαγή του εγωισμού τους.

- Ουφ! Ας κάνουμε ένα διάλλειμα. Πάω για τσιγάρα.

Στο περίπτερο, επηρεασμένος απ'την κουβέντα ένιωθα πιο αντιληπτικός. Στα γυμνά των εξωφύλλων διέκρινα την υστερία του έμπορα, σαν τον συριγμό στην “Κραυγή” του Μούγκ. Ένας τύπος παρήγγειλε τσιγάρα μ'ένα σφύριγμα. Προφανώς γνωρίζονταν με τον περιπτερά, όμως είδα την προσβολή στα μούτρα του δεύτερου. Επιστρέφοντας κοντοστάθηκα κι άρχισα, από πλάγια πίσω, να παρατηρώ τον φίλο μου (να πω τον δάσκαλο;). Καθόταν ακίνητος, μια μύγα σουλατσάριζε στο μέτωπο του όμως το πρόσωπο του παρέμενε ακέμαντο. Πλησίασα.

- Σε παρακαλώ ας μιλήσουμε για κάτι πιο ελαφρύ, είχα τόσες σκοτούρες σήμερα…

- Ας μιλήσουμε για το πώς διδάσκεται η τέχνη.

Καθήσαμε για δυόμιση ώρες και αυτά που συζητήσαμε ήταν για μένα επιφοίτηση. Μου εξήγησε ότι είμαι αναλυτικός τύπος κι όχι συνθετικός. Έτσι μπορώ να μιλήσω για έναν πίνακα με άνεση αλλά δυσκολεύομαι να παράγω έναν. Είναι είπε, διαφορετικά κέντρα του εγκεφάλου. Δεν θυμάμαι με ακρίβεια την κουβέντα μας αλλά την άλλη μέρα, όταν πήγα στο σχολείο το πρωί και στο φροντιστήριο “Μορφές” το απόγευμα, ήμουν αναβαπτισμένος. Αισθάνθηκα ότι διατηρούσα το φως του ενώ ήμουν μακριά του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ.ΟΠΟΥ Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΡΧΗ

     Το πρωί μπαίνω στη τάξη του δημοτικού και ζωγραφίζω στον πίνακα και γραμμή σαν κουβαράκι.

- Τι είναι αυτό παιδιά;

- Μια μουτζούρα

Σκαρώνω μετά μια γραμμή ελεύθερη που εκτείνεται σε όλο το πεδίο του πίνακα, κάνει τούμπες, στριφογυρίζει, φτιάχνει κύκλους, τρίγωνα, σαν το πέταγμα μιας μέλισσας.

Και τώρα τι είναι αυτό παιδια;

- Κι άλλη μουτζούρα.

- Ποιά μουτζούρα είναι πιο ωραία; Πες εσύ Γιάννη.

- Η δεύτερη.

- Γιατί;

- Γιατί είναι πιο …πλούσια.

- Έχει πιο μεγάλο ενδιαφέρον ε; Είναι μια γραμμή που δεν έχει χρέος να απεικονίσει κάτι (ένα σπιτι, ένα δεντρο) γι αυτό και είναι ελεύθερη να κάνει τούμπες και να παίρνει διάφορα σχήματα. Ειναι μια ωραία μουτζούρα με αυτοπεποίθηση. Φτιάξτε και εσείς ωραίες μουτζούρες παιδιά και να θυμάστε ότι μια ωραία μουτζούρα δεν είναι πια μουτζούρα αλλά έργο τέχνης. Αφηρημένη τέχνη.

Το απόγευμα πήγα στο φροντιστήριο “Μορφές”. Εκεί έχω να κάνω με μεγάλους, 18 και άνω, οι οποίοι ζωγραφίζουν κεφάλια (προτομές). Πιάνω μια προτομή και αρχίζω.

Για το κοινό αυτό είναι ένα ωραίο κεφάλι. Εσείς όμως που θέλετε να γίνετε καλλιτέχνες πρέπει να γνωρίζετε την απλή αλήθεια που γνώριζε κι ο γλύπτης που το έφτιαξε. Αυτό εδώ δεν είναι κεφάλι αλλά μια πέτρα σκαλισμένη. Στη ζωγραφιά σας πρέπει να δείξετε ότι το γνωρίζετε και πρέπει να αποδώσετε με αγνό μάτι τις φόρμες που προκύπτουν απ'αυτές τις εσοχές και προεξοχές καθώς η πέτρα φωτίζεται απ'το συγκεκριμένο φως την δεδομένη στιγμή. Στην ουσία το θέμα δεν είναι η προτομή αλλά η ροή του φωτός επάνω της. Μη ζωγραφίσετε ένα μάτι αν το κρύβει η σκιά. Διατηρήστε το μάτι σας αθώο. Πρέπει να αποδώσετε μόνο ό,τι βλέπετε κι όχι ότι νομίζετε ότι υπάρχει. Φαίνεται απλό όταν σας το λέω αλλά η πορεία σας αυτούς τους μήνες είναι η προσπάθεια να αποτυπώσετε αυτή τη γνώση ώστε το έργο να λάμπει από συνείδηση. Κατά κάποιο τρόπο δεν ήρθατε εδώ για να μάθετε αλλά για να ξεχάσετε, για να γίνετε αθώο βλέμμα που χειρίζεται την ψευδαίσθηση, αφού ένα έργο πριν γίνει πορτραίτο είναι πρώτα ένα συνονθύλευμα γραμμών.

Το βράδυ δώσαμε ραντεβού με τον μυστήριο στο καφέ “Αλφα”.

- Θέλεις να εξομολογηθείς; Με ρωτά.

- Όχι ακόμα…Μίλησε μου για τον χειρισμό του χρόνου.

- Εμείς τώρα που μιλάμε είμαστε σε διαφορετικό χρόνο απ'τους άλλους. Αν γεμίσουμε τη στιγμή μας με νόημα τότε ο χρόνος θα κυλάει όλο και πιο αργά. Θα μου κεράσεις τον καφέ; Δεν εχω καθόλου λεφτά.

- Οκ. Έλεγες…

- Ο χρόνος μπορεί να κυλά όλο και πιο αργά μέχρι που να ακινητήσει και τότε ζεί κανείς μέσα στην αχρονια που είναι η άλλη πλευρά της αθανασίας. Γι'αυτό η εμμονή στο παρόν έχει τόση σημασία, γκε γκε;

- Τσού.

- Ας το πλησιάσουμε αλλιώς. Αν έχω δίκιο σ'όλα αυτά που λέω, πόσο χρονών είμαι; Πόσα χρόνια χρειάζεται κανεις για να τα καταλάβει όλα αυτά;

-Τουλάχιστον εκατό...

- Είμαι 36. Αν στα 36 είμαι 100, εγώ που εξελίσσομαι με γεωμετρική πρόοδο, πόσων χρονών θα είμαι στα 70;

- 500 ίσως και παραπάνω. Ισως 2000.

- Αυτός δεν είναι ένας συνειδησιακός δρόμος προς την αιωνιότητα; Την αθανασία;

- Σαν σοφιστεία μου ακούγεται.

- Έχεις δίκιο. Δεν είμαι τόσο σίγουρος γι'αυτόν μου τον συλλογισμό. Πίστεψε με όμως, όταν θα έρθει η ώρα του θανάτου μου θα'μαι χαρούμενος γιατί θα έχω χορτάσει ζωή και θα θέλω να ησυχάσω, να κοιμηθώ. Αλλά τι σημαίνει ζωή; Ζώ σημαίνει σκέφτομαι και αισθάνομαι. Δεν χρειάζεσαι όμως να κάνεις μπάντζι τζάμπινγκ για να αισθανθείς ζωντανός, αλλά να οξύνεις τις αισθήσεις σου.Υπάρχουν άνθρωποι που με μια βόλτα στο πάρκο γεμίζουν με εμπειρίες μια βδομάδας. Η κουβεντούλα μας μπορεί να γίνει έντονη εμπειρία.

- Για μένα είναι.

- Εγώ που προσπαθώ να ζώ στο αιώνιο παρόν είμαι εγωκεντρικός δηλαδή εσύ τώρα είσαι ο κόσμος μου και σε αγαπώ λίγο περισσότερο από έναν άγνωστο και λίγο λιγότερο απ'την μάνα μου. Μιλώ υπεροπτικά; Είμαι υπερήφανος όχι τόσο γι'αυτό που είμαι όσο γι'αυτό που θέλω να γίνω. Έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου αλλά και για τους άλλους. Μας ανεβάζω όλους μαζί. Πρέπει να μιλάς στον άλλον σαν να είναι άγιος και έτσι να φέρνεις στην επιφάνεια την άγια πλευρά του. Αγαπώ κάποιον σημαίνει τον ξεχωρίζω. Ε, εγώ μιμούμαι τον Θεό και αγαπώ χωρίς να ξεχωρίζω γιατί άνθρωπος είναι ένας θεός που δεν το ξέρει. Μιλάω έτσι γιατί βιάζομαι. Μιλάω έτσι σα να ήταν να πεθάνω σε μία ώρα. Παίζεις σκάκι;

- Δεν είμαι πολύ καλός, έπαιζα παλιά.

- Κι εγώ δεν είμαι πολύ καλός. Συνήθως παίζω πια μόνος μου.

- Εξασκείσαι;

- Εξασκούμαι στη δικαιοσύνη.

- Στην δικαιοσύνη;

- Να, πρέπει να βοηθώ τόσο τα λευκά όσο και τα μαύρα.

- Μα αυτό είναι …Θα τρελαθείς.

- Έτσι κι αλλιώς δεν έχω και μεγάλη εκτίμηση στην κοινή λογική. Θέλεις τα λευκά;

Ξεκινήσαμε. Σε λίγη ώρα είχα στριμωχτεί. Ο στρατός μου αδυνατούσε να αναπτυχθεί. Τότε έκανε ένα σοβαρό σφάλμα που εκμεταλλεύτηκα. Σε λίγο εγκατέλειψε.

- Ορίστε, είπε, να που είσαι καλύτερος από μένα.

- Έπαιξες καλύτερα από μένα αλλά έκανες ένα μεγάλο σφάλμα.

Τότε μου πέρασε μια υποψία.

- Μήπως το έκανες επίτηδες;

- Με κατάλαβες, μελετούσα τις γκριμάτσες σου καθώς την απελπισία σου την διαδέχονταν ο θρίαμβος. Ας παίξουμε ακόμα μία. Θα παίξω…

- Να παίξεις σωστά.

Ξεκινήσαμε και στην αρχή έπαιζε συντηρητικά. Εγώ όμως που κατάλαβα ότι είχα δύσκολο αντίπαλο κρατήθηκα να μην απλωθώ. Έπαιζε γρήγορα. Στο κέντρο διασταυρώθηκαν οι δυνάμεις μας. Σκέφτηκα αρκετή άρα την κίνηση και προώθησα ένα πιόνι.

- Έτσι αφήνεις απροστάτευτο το άλογο, σφάλμα.

- Ω, ναι!...

- Δεν πειράζει. Πάρ'το πίσω.

- Εκείνη την ώρα πρόσεξα την μουσική του καφέ. Ένα ισπανικό τραγούδι που με παραπονιάρικη χροιά εξέφραζε την κατάσταση μου.

-  Ω, όχι είπα, δεν είναι σωστό.

- Δεν πειράζει, παρ'το το πίσω, κρίμα να χαλάσει η παρτίδα.

Μετά από λίγο έκανε αυτός ένα λάθος.

- Λάθος κίνηση. Πάρ'το πίσω του είπα.

- Όχι, δεν πειράζει , παίξε.

- Όχι, αφού πήρα πίσω μια κίνηση πρέπει να σου συγχωρήσω κι εγώ μία.

- Τέλος πάντων , δε μετανιώνω για την κίνηση μου, δεν θέλω να την πάρω πίσω, έχω σχέδιο.

- Γενναιοδωρία δεν είναι μόνο να προσφέρεις αλλά και να δέχεσαι χάρες.

- Χα! Μιλάς απόλυτα. Είναι το αγαπημένο μου ύφος. Η κουβέντα σου ήταν μια ηθική πρόταση και γι'αυτό είναι δύσκολο να την συζητήσω. Εν πάσει περιπτώσει επιμένω στην κίνηση μου.

- Αφού επιμένεις…και του τρώω το αφύλακτο πιόνι. Είχα όμως εκνευριστεί. Ο θυμός με οδήγησε σε δεύτερο λάθος.

- Πάρε την κίνηση σου πίσω, μου λέει.

- Όχι δεν την παίρνω. Να μου το φάς.

- Κι εγώ δεν το τρώω, και παίζει μια άσχετη κίνηση.

- Κι εγώ παίρνω τον πύργο μου και τον βάζω μπροστά απ'τα πιόνια σου να μου το φάς. Αλλιώς σου κάνω ματ σε δύο κινήσεις.

- Και εγώ φέρνω την βασίλισσα μου εδώ κι αν δέν την φάς, σου κάνω μάτ σε μία κίνηση.

Πρώτη φορά μισούσα την ευγένεια κάποιου. Τον κοίταξα με θυμό και με κοίταξε το ίδιο θυμωμένα. Θύμωσα περισσότερο και τότε είδα τα χείλια του που άρχισαν να τρέμουν σα να κρατιόταν μη γελάσει. Ξεσπάσαμε και οι δύο σε γέλια.

- Τελικά σε σένα θα μπορούσα να εξομολογηθώ μια αμαρτία.

- Ωραία, ακούω.

- Ήμουν 10 χρονών και ήταν κατακαλόκαιρο σε μια παραλία παραθεριστών. Κυριαρχούσε μονοτονία μέσα στο λιοπύρι. Μπάνιο, φαγητό, ύπνος , ξανά μπάνιο…

- Και;...

- Και ξαφνικά έπιασε μπουρίνι. Βλέπαμε μια βάρκα να θαλασσοπνίγεται στα 40 μέτρα απο τη παραλία. Στην βάρκα ήταν ενας θείος με τα ανήψια του. Τελικά τα παιδιά σώθηκαν αλλά ο θείος πνίγηκε. Όλο το χωριό βρισκόταν σε μια αναστάτωση που μου φάνηκε χαρούμενη. Βγάλανε έξω τον νεκρό και τον είδα. Δίπλα μου στεκότανε μια κυρία. Γύρισα και της είπα: “Ευτυχώς που συμβαίνουν και τέτοια και διασκεδάζουμε λίγο την πλήξη μας”. Τι έκφραση πήρε!...Φώναξε αμέσως άλλους για να επαναλάβω αυτό που είπα. Εγώ σιωπούσα. Δεν θυμάμαι τίποτα μετά.

- Μές τον σαματά η διασκέδαση. Το παιδί αποκάλυψε μια τρομερή αλήθεια, μια αλήθεια που δε λέγεται. Συνέχισε. Θα καταπιώ τον πόνο σου και θα ρευτώ λιβάνι.

- Πρίν δύο χρόνια είχα τσιμπηθεί με μία κοπέλα…αλλά ξαφνικά αυτή δεν απαντούσε στα μηνύματα μου. Εγώ ήξερα ότι είχε πεθάνει ο πατέρας της και το εκμεταλλεύτηκα. Για να την κεντρίσω, να την κάνω να μου απαντήσει ή δεν ξέρω για ποιόν ηλίθιο λόγο της έγραψα: “Ο πατέρας σου σε βλέπει και σε συγχωρεί”.

- Άσχημο αυτό.

- Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα στα πώ άλλη φορά. Εσυ; Σειρά σου να εξομολογηθείς.

- Όχι ακόμα, δεν θέλω να σε τρομάξω.

- Οκ.. θα περιμένω.

Μείναμε για λίγο σιωπηλοί.

- Πές μου τότε για τους 4 εχθρούς του μαχητή.

- Για τους 4 εχθρούς μιλάει ο Καστανέντα. Ο πρώτος εχθρός είναι η ζάλη. Είναι η πρώτη φάση όπου ο νέος μπερδεύεται απ'τις πολλές και αντιφατικές απόψεις. Χριστός ή Νίτσε; Κομισάριος ή γιόγκι; Ορθολογισμός ή μυστικισμός; Δύση ή ανατολή; Αν καταφέρεις να βγάλεις άκρη, έρχεται ο δεύτερος εχθρός, η έπαρση. Αν νικήσεις και τον δεύτερο εχθρό θα σου συμβεί κάτι περίεργο (ο τρίτος εχθρός). Θα στραβωθείς από την θέαση της Αλήθειας που μόλις αρχίζεις να διακρίνεις. Το αστείο είναι ότι μπορεί να σου έρθουν όλοι μαζί οι εχθροί ανακατεμένοι. Αυτά αντιμετώπιζε ο Σωκράτης όταν έλεγε “δεν ξέρω τίποτα” κι όμως συνέχιζε να μιλάει ακατάπαυστα. Μ'αυτήν την κουβέντα πολεμούσε τον 3ο εχθρό. Για να καταλάβουμε την κουβέντα του θα έπρεπε να προσθέσουμε μια λέξη. Δεν ξέρω τίποτα ΑΚΡΙΒΩΣ. Με άλλα λόγια έβλεπε αμυδρά την αλήθεια. Αν τον ρωτούσαμε “τι βλεπεις”; θα μπορούσε να  απαντήσει “βλέπω κάτι σαν τετράγωνο”. Το πάχος και το μέγεθος του μου είναι απροσδιόριστα, όμως σίγουρα δεν είναι τρίγωνο”. Κατάλαβες;

- Ποιός είναι ο 4ος εχθρός;

- Είναι ο τελευταίος, είναι τα γεράματα. Τότε που η ζωή δεν σου φυλάει άλλα μυστικά, τότε που χορτάτος από ζωή σαν το τέλος μιας συναρπαστικής μέρας θες να ησυχάσεις και περιμένεις με χαρά τον θάνατο. Απ'αυτόν τον εχθρό θέλω να νικηθώ.

- Έχεις νικήσει τους άλλους τρείς;

- Περίπου, ακόμα με κυνηγά η έπαρση και μερικές φορές στραβώνομαι από την θέαση της αλήθειας γιατί η αλήθεια δεν είναι καθόλου αληθοφανής κι έτσι ακολουθώντας την κινδυνεύω να μην είμαι κατανοητός στο κοπάδι. Κινδυνεύω δηλαδή να τρελαθώ όπως φαίνεται κάποιος που χορεύει στον ρυθμό μιας μουσικής που οι άλλοι δεν ακούνε.

- Μιλάς σαν να κατέχεις το νόημα της ζωής.

- Όποιος προσπαθεί να μιλήσει για το νόημα της ζωής συνήθως λέει ανοησίες. Παρόλα αυτά έχεις δίκιο. Συνεχώς σκάβω.     

-…Θα σου εξομολογηθώ κάτι ακόμα…Πρίν από μερικούς μήνες η κοπέλα μου με άφησε γιατί της φερόμουν ψυχρά. Πήγε και βρήκε έναν άλλον πληγώνοντας  τον εγωισμό μου. Πόνεσα τόσο που σκέφτηκα ότι ίσως είμαι ερωτευμένος. Άρχισα τον κλεφτοπόλεμο. Της είπα ότι μπορούμε να παραμείνουμε φίλοι και δέχτηκε, πράγμα  που εξόργισε τον νέο της φίλο. Κάθε φορά που της έστελνα μήνυμα γινόταν καβγάς μεταξύ τους γιατί αυτός ήταν καψούρης και ζήλευε. Τελικά της είπε να χωρίσουνε κι αυτή ήρθε και μου τα εξομολογήθηκε όλα. Ήταν η ευκαιρία μου. Μου δινόταν η ευκαιρία να την ξαναποκτήσω. Τότε συνειδητοποίησα ότι δεν την ήθελα πραγματικά, τώρα που ο εγωισμός μου ικανοποιήθηκε. Της πρότεινα να προσπαθήσει να τα ξαναφτιάξουνε και της υποσχέθηκα ότι δεν θα την ξαναενοχλήσω. Γενικά είμαι καλό παιδί αλλά όταν πονηρεύω γίνομαι πολύ καθίκι.

- Σαν άνθρωπο καταλαβαίνω τον φίλο της, σ'ένα άλλο όμως επίπεδο θα'πρεπε να θέλει να σε γνωρίσει. Αυτή τι στάση κρατούσε;

- Στεκόταν άβουλη. Δεν μπορούσε από μόνη της να πάρει μια απόφαση. Θα'θελε να διατηρήσει την φιλία μας όμως τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα φανταζόταν.

- Ποτέ δεν έρχονται…

- Πόσο πιστεύεις αυτά που λές;

- Κάποτε τα πίστευα λίγο, τώρα περισσότερο. Σκοπός μου είναι να τα πιστέψω 100 τοις 100 αλλά τότε δεν θα με καταλαβαίνεις.

Το πρόσωπο του πήρε έκφραση μεγάλης απορίας σα να με έβλεπε πρώτη φορά ή καλύτερα, σα να έβλεπε πρώτη φορά άνθρωπο.

- Τι σκέφτεσαι?

- Να......άφησα αυτή τη σκέψη να ρέει κι εγώ την μελέτησα από άλλο επίπεδο. Συνείδηση είναι η σκέψη της σκέψης.

- Μα τότε θα μπορούσες να παρατηρείς από απόσταση κι αυτό το άλλο επίπεδο

- Σωστά..

- Μα αυτό δεν έχει τέλος.

- Έχω καταφέρει να παρατηρώ μέχρι τρία επίπεδα σκέψης να ρέουν παράλληλα. Αυτό μπορείς να πάθεις αν καπνίσεις χόρτο.

- Έχεις δοκιμάσει;

- Δεν το έχω ανάγκη. Μεθάω όλη μέρα με πραγματικότητα ενεργοποιώντας από μόνος μου τα ανάλογα κέντρα, διατηρώντας την συνείδηση μου διαυγή. Γιατί οι άνθρωποι μεθάνε; Μερικοί για να ξεχάσουν, μερικοί για να ζήσουν τεχνητά την θέωση. Τότε που αγαπάς τον εαυτό σου και όλους τους άλλους. Ο ευτυχισμένος ζεί σ'έναν ευτυχισμένο κόσμο. Φαίνεται αυτονόητο αλλά δεν είναι.

- Δες εκείνη την γυναίκα. Είναι ντυμένη ελαφρά, ασυνήθιστο για την εποχή. Όταν 'ψάχνεται' μια γυναίκα δείχνει σάρκα.

- Όταν μια γυναίκα προκαλεί δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ψάχνεται. Ίσως θέλει να την θέλουν κι απ'αυτό παίρνει δύναμη. Διυλίζει τον πόθο των αντρών και τον μετατρέπει σε αυτοπεποίθηση. Ξερνάω απόψεις για να τις υπερβώ. Ακούς τη μουσική του μαγαζιού; Τα περισσότερα ερωτικά τραγούδια απευθύνονται στον εραστή. Τα τραγούδια αυτά είναι πολύ ταιριαχτά αν φανταστούμε ότι απευθύνονται στον Θεό ή και μερικές φορές απ'τον Θεό στον άνθρωπο.

Καθώς μιλούσε πρόσεξα πως κάποιος απέναντι πήγε να σκαλίσει τη μύτη του. Αντιλήφθηκε το βλέμμα μου και σταμάτησε. Το χέρι του πήγε παραδίπλα και έξησε το μάγουλο του.

Πάω στη τουαλέτα με το τσιγάρο μου. Το τελειώνω και το πετάω κάτω. Φαντάζομαι την καθαρίστρια να το μαζεύει θυμωμένη. Φαντάζομαι ότι ελεέγχει την μάρκα του τσιγάρου και μετά ψάχνει τα πακέτα των θαμώνων για να βρεί ποιός το πέταξε. Επέστρεψα στο τραπέζι αλλά αυτός είχε φύγει. Τον πήρα στο κινητό.....δεν απαντούσε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ. ΟΠΟΥ Η ΚΑΜΑΡΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΒΑΘΡΟ

      Πέρασαν δύο μέρες και τον πεθύμησα. Ήθελα την δόση μου. Τον ξαναπήρα και τον βρήκα.

- Δάσκαλε;

- Έλα στην Καμάρα.

- Να τελειώσω πρώτα μια δουλειά…

- Όχι, έλα τώρα!

- Γιατί; Τι επείγει;

- Έλα!

   …Και μου το κλείνει…Θεέ μου, τι με περιμένει πάλι.

Πήγα και τον βρήκα και…ήταν γυμνός! Δηλαδή φορούσε μόνο ένα σεντόνι. Το παράξενο ήταν ότι ο κόσμος δεν σταματούσε ούτε πρόσεχε.

- Λοιπόν; Σε κούφανα;

- Σε παρακαλώ ντύσου. Τι είναι αυτά; Θα σε κλείσουν μέσα!

- Μέχρι τότε προλαβαίνω να ζήσω το παραμύθι μου. Άλλωστε τι διαφορά έχει το ψυχιατρείο από τα άλλα πράσινα η κόκκινα σπίτια;

- Ποιό παραμύθι;

- Ότι είμαι αρχαίος φιλόσοφος. Δες το καθαρό σεντόνι πως στραφταλίζει στον ήλιο; Θα'χουμε δροσερό καλοκαίρι…

- Θεέ μου!...

Εκείνη την ώρα μια τουρίστρια έκανε να φωτογραφίσει την Καμάρα ,όμως αυτός την εμπόδισε μπαίνοντας στο οπτικό της πεδίο. Αυτή τότε σημάδεψε ψηλά στην οροφή της Καμάρας και αυτός άρχισε να πηδάει  για να μπεί μέσα στο κάδρο. Αυτή γέλασε και τελικά τον φωτογράφισε.

- Πώς σε λένε; την ρώτησε στα αγγλικά.

- Νικόλ.

- Ξέρεις  Νικόλ; Αν θες να κατακτήσεις τον κόσμο ποτέ μην παίρνεις το βλέμμα σου πρώτη.

- Δώσε μου το τηλέφωνο των γονιών σου, είπα. Πρέπει να τους μιλήσω.

- Ορίστε το τηλέφωνο. Δεν αντιστέκομαι στο πεπρωμένο.

Εκείνη την ώρα ένα μεγάφωνο άρχισε να ουρλιάζει συνθήματα κατά της κυβέρνησης και του κατεστημένου. Είχαν μαζευτεί νεολαίοι κομμουνιστές. Αυτός τους πλησίασε.

- Έρχεται η επανάσταση; Τι λέτε;

- Έρχεται! Έρχεται! απάντησαν αυτοί κάπως ειρωνικά βλέποντας τα ρούχα του, δηλαδή το σεντόνι και τα γυμνά του πόδια.

- Θα σκοτώνατε για να επιβάλετε την επανάσταση;

- Μόνο τους ενόχους και τους αμετάπιστους.

- Ξέρεις, ας υποθέσουμε πως είσαι εσυ ο αρχηγός της επανάστασης. Λοιπόν, ο πρώτος φόνος που θα καταφέρεις, θα μετατρέψει όλους αυτούς που μέχρι τώρα σ'ακολουθούσαν με πίστη και αγάπη. Θα τους μετατρέψει σ'ένα φοβισμένο κοπάδι και θ'αρχίσουν να αλληλοκαρφώνονται για να σου γίνουν αρεστοί.

- Ποιός το λέει αυτό;

- Η ιστορία φίλε μου. Η ιστορία της γαλλικής και της ρωσικής επανάστασης. Είσαστε έτοιμοι για το παράλογο.

- Ο φόνος είναι αναγκαίος κάποτε.

- Να σου αφηγηθώ μια παραβολή που σκάρωσα. Φαντάσου…

- Γιατί φοράς σεντόνι;

- Για να επιβάλλω την δική μου επανάσταση στον ένα μου εχθρό. Λοιπόν, έλεγα…

{η παραβολή του επαναστάτη} Φαντάσου τον εαυτό σου αρχηγό της επανάστασης. Φαντάσου ότι πολλοί σ'ακολουθούν και τελικά καταφέρνεις να μπείς στο γραφείο του διαπλεκόμενου μεγαλοκαπιτάλα.

- Θα έρθεις μαζί μας η θα στην μπουμπουνίσω; Ρωτάς.......Κι αυτός “άντε κουρέψου τσογλάνι”!........Ε, άρπα την τότε!......και του ρίχνεις στο κεφάλι. Έτσι δεν θα'κανες;

- Περίπου.

- Έτσι λοιπόν δικαίως τον σκοτώνεις. Όμως…Εκείνη την ώρα μπαίνει στο γραφείο η μητέρα του κουβαλώντας πιτούλες. Σκέψου…η μητέρα του. Μια αθώα γιαγιούλα που δεν ξέρει από τράστ και εκμετάλλευση. Μια μάνα που το μόνο που ξέρει είναι η αγάπη για τον μονάκριβο γιο της.

- Σού'φερα να τσιμπήσεις … προλαβαίνει να πεί και βλέπει τον γιο της αιμόφυρτο. Ο δίσκος με τις πιτούλες πέφτει. Ουρλιάζει, αγκαλιάζει το παιδί της και σε κοιτά με αγωνιώδη απορία. Εσύ αρχίζεις τα “ξέρετε…κυρία μου ηταν αναγκαίο…η επανάσταση βλέπετε…για να καταλάβετε δηλαδή…”. Και εκείνη την ώρα μπαίνει μια άλλη γιαγιούλα που κρατάει τυροπιτάκια, η μητέρα σου.

- Σού'φερα να φάς…

- Όχι τώρα ρε μάνα.

Η μάνα του εκμεταλλευτή κοιτά την μάνα σου. Απο ένστικτο της απευθύνεται αφού μόνο μια μάνα καταλαβαίνει. Με μια κραυγή πέφτει στην αγκαλιά της μητέρας σου. Αυτή σε κοιτά στα μάτια με απορημένη φρίκη και ψυθιρίζει “Γιατι”;...

- Έβγαλες κανένα συμπέρασμα; ρωτά ο δάσκαλος.

- Όχι.

- Η αριστερή σκέψη είναι ιδεολογία. Ένα προιόν της αυτοπεποίθησης του Δυτικού ανθρώπου ότι μπορεί να βάλει μόνος του μια τάξη στα πράγματα. Ο Δυτικός πολιτισμός είναι μία προσπάθεια να δημιουργηθεί μια κοινωνία χωρις Θεό. Δεν νομίζω ότι θα τα καταφέρει (Έλιοτ).

- Σε παρακαλώ, είπα. Πάμε ν'αλλάξεις. Εγώ ίσως καταλαβαίνω, όμως οι άλλοι;…εκτίθεσαι…στεναχωριέμαι.

- Αν είμαι τρελός, είμαι τελευταίος στα μάτια των ανθρώπων και γι'αυτό πρώτος στα μάτια του Θεού. Γιατί ο Θεός είναι απρόβλεπτος…Α! Να κι οι συγγενείς μου που ειδοποίησες. Άφησε μας μόνους.

Συζητούσε σε έντονο τόνο με τους δικούς του που προσπαθούσαν να τον πείσουν να τους ακολουθήσει. Πιο πέρα παρακολουθούσαν δυο νοσοκομειακοί βοηθοί του ψυχιατρίου, ειδοποιημένοι, δίπλα στο ασθενοφόρο. Οι συγγενείς κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να τον πείσουν κι έκαναν νεύμα στους γεροδεμένους βοηθούς.. Καθώς όμως αυτοί πλησίαζαν, αυτός έτρεξε πρός την Καμάρα κι άρχισε να σκαρφαλώνει στην σκαλωσιά κουβαλώντας έναν τηλεβόα που άρπαξε απ'τους φοιτητές. Απο ψηλά άρχισε να φωνάζει με τον τηλεβόα.

- Αδέρφια! Η τρέλα φύσηξε σαν άνεμος στα μυαλά μου και πήρε μαζί της όλη την σαβούρα! Εγωπάθεια, φιλαρέσκια, ναρκισσισμό. Τώρα βλέπω καθαρά! Μην αγοράζετε τα προιόντα των διαφημίσεων. Είμαστε φτιαγμένοι για την αθανασία. Ας διαλύσουμε την ψευδαίσθηση του χρόνου. Ο χρόνος είναι το πονηρόν! (Πεντζίκης). Αδέρφια!...θα δείτε τον Θεό όταν σας φύγει η μαγκιά. Ο μύθος είναι η αλήθεια!(Πεντζίκης). Και θα σας δώσω έναν μύθο, ακούτε; Είμαστε τα εγκεφαλικά κύτταρα του Θεού και όταν όλοι συνενοηθούμε και συμφωνήσουμε ο Θεός θα πεί “υπάρχω” εδώ κάτω στον κόσμο. Η επανάσταση είναι συνειδησιακή και θα.ξεκινήσει απ'την Ελλάδα. Γιατί εδώ δεν μασάμε! Και γιατί οι Έλληνες, πρώτοι εδώ κάτω, κάναμε οίστρο για ζωή τον φόβο του θανάτου! (Εμπειρίκος).  

Αδέρφια!.. Αφήστε τις όμορφες γι'αυτούς που δεν έχουν φαντασία…κι εγώ είμαι ο πρώτος ελεύθερος άνθρωπος. Ορίστε!

…Και πετάει το σεντόνι. Στεκόταν εκεί ψηλά γυμνός με τα χέρια απλωμένα ενώ το   'κοινό' από κάτω παρακολουθούσε σε μια ήσυχη φρίκη…Τότε συνέβη το αναπάντεχο. Κατέβηκε ήρεμα την σκαλωσιά και παραδόθηκε. 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ ΟΠΟΥ  ΤΟ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΕΡΧΕΤΑΙ  ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ. ΤΑ ΣΚΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ.

    Τον επισκέφτηκα στο νοσοκομείο. Οι γιατροί μου είπαν ότι 'έφυγε' από την μανία και τώρα είναι στο άλλο άκρο της ασθένειας, στην κατάθλιψη. Τον είδα. Ήταν αμίλητος, ζαλισμένος απ'τα φάρμακα και τα ηλεκτροσόκ, ακίνητος σαν πέτρα . Είπα, “είδα ένα έργο σε θερινό σινεμά αλλά δεν ήταν πολύ καλό…”. Η ερημιά του με στοίχιωνε. Πέρασε ένα λεπτό σιωπής. Έψαχνα απεγνωσμένα ένα θέμα. Τέλος είπα, “είδα ένα έργο, όχι πολύ καλό…”. Τον ακούμπησα και δεν αντέδρασε. Του σήκωσα το χέρι και το χέρι έμεινε μεταίωρο στον αέρα. Τότε μου ήρθαν δάκρυα. Ρώτησα τους γιατρούς, “Θα γίνει καλά”;

- Θα γίνει. Σήμερα τα φάρμακα κάνουν θαύματα.

- Πώς επιδρά το φάρμακο στην ψυχή;

- Κανείς δεν ξέρει. Αυτά τα φάρμακα προέκυψαν μετά από πολλούς πειραματισμούς σε ζώα.

Τις επόμενες μέρες παρατηρούσα την συμπεριφορά μου. Πρόσεξα ότι στήν ταπεινή μου θέση του δασκάλου δημοτικού, διεφθαρόμουν απ'την ασήμαντη εξουσία που κατείχα. Την εξουσία πάνω στα νήπια. Μερικά τα αντιπαθούσα και σε μερικά έκανα χατιράκια. Αν αυτό συμβαίνει σε μένα, τί θα συμβαίνει στους άρχοντες και πολιτικούς που έχουν αληθινή εξουσία;

Τον ξαναεπισκέφτηκα στο νοσοκομείο. Φαινόταν να έχει μια ένταση αλλα κατά τα άλλα πολύ καλά.

- Καλώς τον.

- Σου έφερα να δείς μερικά έργα μου, ορίστε.

Τα μελέτησε και απεφάνθη.

- Τα έργα σου είναι πολύ ειλικρινή αλλα καταλαβαίνω γιατί δεν τα εκτιμούν οι γκαλερίστες. Μπροστά από την άξια δομή τους διατηρούν ένα πέπλο προχειρότητας που ενοχλεί. Σήμερα δεν έχει σημασία τι λες αλλά πώς το λές…και το ύφος σου έχει κάτι το παιδαριώδες. Εμένα όμως με γοητεύει γιατί και εγώ τέτοιος είμαι. Μιλάω με αφέλεια για μεγαλειώδη θέματα. Αυτό βέβαια, γοητεύει κάποιες γυναίκες. Δεν με καταλαβαίνουν και γι'αυτό γοητεύονται. Γιατί θέλουν να θαυμάζουν. Αυτές που με καταλάβανε γίνανε φίλες μου, αυτές που δεν με καταλάβανε γίνανε ερωμένες μου. Χα χα, ευφυολόγημα. Να, έρχονται και οι γονείς μου με τον παπά για το ευχέλαιο. Η μητέρα μου είναι θρησκευόμενη κι ελπίζει σε κάτι τέτοια.

Το πράγμα εξελίχθηκε σε εξορκισμό και καταγράφω μόνο όσα η πένα μου αντέχει. Γιατί άκουσα λόγια που δεν λέγονται.

Στην αρχή ο δάσκαλος μου ήταν μάλλον ήρεμος και σιωπηλός. Ξαφνικά, ενώ ο παπάς μιλούσε, άρχισε να γελά μ'ένα γέλιο πνιχτό και γυναικείο. Είπε “ο πολυεύσπλαχνος Θεός σας! Θέλεις παπά, να είσαι δούλος του Θεού και λυγίζεις από ταπείνωση. Υποκρισία! Μόλις ταπεινώνεσαι νιώθεις πολλαπλασια την έπαρση που τα κατάφερες κι έγινες αρεστός στον Κύριο σου”.        

Ο παπάς συνέχιζε να διαβάζει και οι φωνές τους μπλέκονταν.

- Εσύ θέλεις να είσαι δούλος του Θεού ε; Ε, εγώ είμαι αφέντης του! Και είμαι αφέντης του γιατί αυτός με παρακάλεσε. Γιατί θεός και διάβολος είναι το ίδιο πρόσωπο. Είναι μια γριά πόρνη που ψάχνει νταβατζή. Και θέλει νταβατζή τον άνθρωπο, εμένα για να τα βρεί με τον διάβολο, δηλαδή με τον εαυτό της. Γιατί ο διάβολος είναι ο εγωισμός του Θεού. Τα ακούτε; Του Θεού! Κι ο εγωισμός αποσχίστηκε και τώρα θέλει να επιστρέψει. Μέσα μου ο διάβολος ζητά συγνώμη κι ο Θεός τον δέχεται κι έτσι ο Θεός τα βρίσκει με τον εαυτό του και φανερώνεται πανίσχυρος και χωρίς ντροπή…κι εγώ λάμπω απ'την δύναμη του μέσα μου, άθλιε τραγόπαπα! Εγώ θα σε βάλω να κάνεις γαργάρα με το σπέρμα μου και θα γαργαλήσω με ψυχρό μαχαίρι την κλειτορίδα της Π… και θα φάω τα σκατά σου και θα φιλήσω την μάνα μου και θα…………………..

Τέλος έπεσε κάτω χωρίς όμως ν'αφρίζει. Η μητέρα του κόντευε να λιποθυμήσει. Αυτός σηκώθηκε στα γόνατα και τραβώντας το ράσο του παπά ψιθήριζε “σώσε με”. Ο παπάς , που μάλλον ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες καταστάσεις, συνέχιζε να προσεύχεται ήρεμος. Ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι του δασκάλου και αυτός έδειξε αγαλλίαση ώσπου ξαφνικά έβαλε το κεφάλι του κάτω απο το ράσο. Ο παπάς τινάχτηκε κι αυτός έβγαλε ένα άγριο γυναικείο κακάρισμα κι άρχισε να λυκνίζεται ερωτικά σ έναν απαίσιο χορό σαν χορό της κοιλιάς. “Ποιός θα με γαμήσει”;

Του κάνανε ένεση κι έφυγα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7. ΟΠΟΥ Η ΧΟΡΔΗ ΤΕΝΤΩΝΕΤΑΙ

Πέρασαν δέκα μέρες. Θεωρήθηκε θεραπευμένος από τους γιατρούς και συναντηθήκαμε.

- Είσαι καλά, ρώτησα;

- Περίπου καλά. Θα παίρνω φάρμακα για τρία τουλάχιστον χρόνια.Υποψιάζομαι για μια ζωή. Μόνο όταν είμαι τρελός, είμαι χαρούμενος.

- Τώρα πώς νιώθεις; Τρελός ή λογικός; Xα!

- Κάπου στη μέση.

Μπροστά μας προπορεύονταν δύο κοπέλες που κουβέντιαζαν ζωηρά. Αυτός μόλις τις πλησίασε μίλησε με φωνή καμπάνα: “κορίτσια”. Αυτές τρόμαξαν και απότομα απομακρύνθηκαν η μία από την άλλη, ανοίγοντας χώρο. Αυτός πέρασε ανάμεσα ψυθιρίζοντας: “Να περάσω, ευχαριστώ”. Καθώς τις προσπεράσαμε αυτές συνήλθαν και από μακρυά φώναζαν: “Ποιός είσαι ρε μεγάλε; …Κοίτα έναν μαλάκα…”. Τον ρώτησα: “Είσαι ομοφυλόφιλος; Αυτό μου φάνηκε στον εξορκισμό”.

- Όλοι είμαστε λίγο ομοφυλόφιλοι. Δεν υπάρχει άντρας άντρας και γυναίκα γυναίκα.. Αυτά είναι σύμβολα. Στην ουσία κυμαινόμαστε όλοι στο ενδιάμεσο φάσμα. Εγώ έκανα γεώτρηση στο υποσυνείδητο και το καθάρισα.

Λίγο πιο πέρα ένα ζευγάρι μάλωνε. Ο άντρας τραβολογούσε την κοπέλα που προσπαθούσε να φύγει. Βρίζονταν. Ο δάσκαλος πλησίασε, σχεδόν κόλλησε το πρόσωπο του στο πρόσωπο του άλλου και είπε: “πρόσεχε”. Ο άντρας είχε δύο επιλογές. Η να ηρεμήσει ή να εξοργιστεί. Διάλεξε το δεύτερο. Ήταν γεροδεμένος. Άρπαξε τον δάσκαλο από τους ώμους και τον κόλλησε στο διπλανό αυτοκίνητο.

- Φύγε ρε! Θα σε δείρω!

- Δείρε με.

Για λίγο αναμετρήθηκαν με το βλέμμα. Ξαφνικά ο άντρας τον άφησε και γύρισε στην κοπέλα με ύφος ήρεμο. Τους αφήσαμε.

- Του ρούφηξες την οργή?

- Αρχίζεις να εμπιστεύεσαι τα αόρατα, μπράβο.

Σταματήσαμε σε μια βιτρίνα. Ήταν γκαλερί. Η κυρία από μέσα μας κάλεσε. “Περάστε, περάστε…”. Ο δάσκαλος σχολίασε τους πίνακες και την εντυπωσίασε. Ξαφνικά η κυρία άλλαξε θέμα. Ίσως επηρεασμένη από την απλότητα του δασκάλου, είπε: “Μαθαίνω στον γιό μου να είναι απλός. Σήμερα όλοι ξεπουλιούνται”.

- Εσείς ξεπουληθήκατε; ρώτησε με τόλμη αυτός.

- Να… Μια φορά έκανα μαθήματα αγγλικών σ'ένα παιδάκι του οποίου τους γονείς αντιπαθούσα.

- Αυτό δεν είναι ξεπούλημα ψυχής…Μόνο την εργασία σας πουλήσατε. Κρύβετε μεγάλες αμαρτίες πίσω από μικρές?

Περίμενα αυτήν να θυμώσει. Όμως αυτή λύθηκε. “Είναι κάτι που…Παλιά ήμουν στην Αθήνα. Οργανωτής μιας τηλεοπτικής εκπομπής. Κάποτε χρειαστήκαμε πέντε μουσικούς να συμμετέχουν”.

- Και;

- Τους βρήκα, αλλά… πολύ αργά… έμαθα από την τηλεπαρουσιάστρια ότι πρέπει να εμφανιστούν ντυμένοι κλόουν… Ήταν καλοί μουσικοί και σοβαροί. Οι δύο αρνήθηκαν αλλά οι τρείς είχαν ανάγκη τα λεφτά, είχαν οικογένεια και δέχτηκαν. Ξεπουλήθηκαν.

- Κι εσύ είσαι πιο ένοχη γιατί δεν σου κόστισε.

- Ναι…ψέλισε αυτή και το πρόσωπο της συσπάστηκε από θλίψη. Έγειρε μπροστά.

- Δεν πειράζει…τώρα που το εξομολογήθηκες, καθαίρεσαι.

- Τι άνθρωπος είσαι;  Είπε αυτή.

- Ένας άνθρωπος που προσπαθεί να γίνει άνθρωπος….κι αν τα καταφέρει δεν θα λέγεται άνθρωπος αλλά άγγελος.

Κατόπιν φύγαμε.

- Ξέρεις να ξεκλειδώνεις τους άλλους.

- Για να ξεκλειδώνεις πρέπει πρώτα εσύ να είσαι ξεκλείδωτος. Πάρε παράδειγμα τα σκυλιά. Ίσως το μόνο είδος που δεν χρειάζεται να κυνηγά για να επιβιώσει. Ζεί αποκλειστικά  από την αγάπη των ανθρώπων που εκμαιεύει, σχεδόν εκβιάζει. Πώς; Μα αγαπώντας μας εκ των προτέρων και ανεπιφύλακτα.. Παράδειγμα δεν είναι οι άνθρωποι αλλά οι σκύλοι.

Τώρα θα σου διδάξω και μετά θα σε ρωτήσω τι γνώμη έχεις για μένα. Θέλω να ξέρω τι εικόνα δείχνω στους λογικούς. Είσαι αρκετά μυημένος και δεν χρειάζεται να επεξηγώ πολύ. Ο Θεός έφτιαξε την πλάση σε ένα λουτρό αίματος. Όλα τα όντα αλληλοτρώγονται. Ακόμα κι ο Χριστός έτρωγε σφάγια. Δεν μπορεί να υπάρξει σ'αυτόν τον κόσμο κάτι πραγματικά τέλειο. Το ότι κινούμαστε αποδεικνύει ότι δεν είμαστε ευτυχισμένοι. Το ότι είμαστε ορατοί αποδεικνύει ότι είμαστε αμαρτωλοί. Είσαι το τετράγωνο που συναντά έναν κύβο. Τι θα καταλάβει; Μόνο την βάση του. Εγώ όμως σε προσκαλώ. Κοίτα προς την τρίτη διάσταση. Μόλις με δείς θα γίνεις και εσύ κύβος. Από το μαγαζί ακούγεται θριαμβευτική μουσική, άρα πάω καλά. Ο Θεός μου λέει “Καραγκιόζη! Πως τολμάς να μιλάς εξ ονόματος μου. Εσύ ούτε το τσιγάρο δεν μπορείς να κόψεις”.  Λεω.... “Θα το κοψω”, κ ακούω ένα κακάρισμα... Ο σατανάς ήταν. Το ότι καπνίζω με καθιστά πιό ένοχο από κάποιον άλλον που μπορεί να διαπράξει φόνο. Η ενοχή προσμετράται στο μέγεθος της συνείδησης. Ο Θεός μου λέει… ο Θεός δεν μιλάει ποτέ. Ίσως και να μην σκέφτεται καν… μόνο νιώθει. Μου μιλάει η συνείδηση μου κοντά σ'αυτόν, εμπνεώμενη απ'αυτόν. Όσο πιο πολύ την υπακούω τόσο πιο αυστηρή γίνεται. Τα ζώα είναι ευτυχισμένα στον παράδεισο. Από κάτω μας ο παράδεισος, από πάνω ο παράδεισος, μόνο εμείς είμαστε στην κόλαση. Μοντέρνα κόλαση είναι η μοναξιά και η πλήξη.  Πλήξη είναι η πείνα του πνεύματος. Ζούμε σε πνευματική Αιθιοπία. Τα ζώα ευτυχισμένα στον παράδεισο της άγνοιας. Στο ηλιόλουστο λιβάδι. Ο άνθρωπος αφήνει το λιβάδι και μεγαλώνοντας μπαίνει στο τούνελ. Εκεί που συνείδηση και ευτυχία δεν συμβαδίζουν. Αν τα καταφέρει ο άνθρωπος, βγαίνει από την άλλη πλευρά του τούνελ, ξανά σε λιβάδι. Εκεί συνείδηση και ευτυχία ξανασυναντιόνται. Μετά από πολύ δρόμο, κόπο και κίνδυνο. Γίνε κύβος. Ή για την ακρίβεια γίνε, από τρισδιάστατος, τετραδιάστατος. Έλεγξε τον χρόνο και κατάργησε τον, εμμένοντας στο αιώνιο παρόν. Σου μιλάω από τον άλλο κόσμο, τον κόσμο του νοήματος, και σε προσκαλώ. Εκεί δεν υπάρχει χρόνος ούτε χώρος. Στη γη, τα παγκόσμια κέντρα εξουσίας ετοιμάζουν παγκόσμια οικονομική δικτατορία. Σου μίλησα για τα εγκόσμια. Τώρα θα σου μιλήσω για τα υπερκόσμια ρισκάροντας να με παρεξηγήσεις. Τα όνειρα που κάνεις, οι ελπίδες και οι φιλοδοξίες σου…ολ'αυτά ίσως είναι πιο αληθινά απ'τήν πραγματικότητα. Ο μύθος είναι η αλήθεια (Πεντζίκης). Ο μύθος νοηματοδοτεί. Ίσως ο Θεός επιτρέπει τις αμαρτίες μας ούτως ώστε όταν παρουσιαστούμε μπροστά του να μην έχουμε 'μούρη'. Αυτός ο κόσμος είναι ο κόσμος της ύλης, ορατός και ανόητος. Ο άλλος κόσμος είναι ο κόσμος του πνεύματος, αόρατος και νοηματικός. Ο Θεός…κανείς δεν κατάλαβε γιατί έφυγε και τώρα πια δεν είναι της μόδας. Συμπαρέσυρε το καλοκαίρι. Ο καιρός, στην απουσία του, μίκραινε κι αποχρωματίστηκε. Τώρα ο Θεός επιστρέφει. Η ώρα του θέρους. Η ωραία εποχή. Η αποκάλυψη δεν είναι η αποκάλυψη του Θεού άμεσα. Είναι η αποκάλυψη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος θα κατανοήσει την θεία του φύση και θα την φέρει στην επιφάνεια. Έτσι ο Θεός θα ξεπηδήσει απ'το μυαλό του ανθρώπου, όπως η Αθηνά απ'το κεφάλι του Δία. Θα προηγηθούν καταστροφές. Είμαστε τα εγκεφαλικά κύτταρα του Θεού. Αν εναρμονιστούμε, αν συνεννοηθούμε σε ένα πράγμα έστω, ας πούμε στο τι είναι Θεός, τότε ο Θεός θα κατέβει ως πνεύμα. Πνεύμα συμφυλίωσης και αγάπης. Ας δεχτούμε ότι ο ήλιος είναι ένας αλλά διαφορετικά φαίνεται από τα διάφορα μέρη της γής. Αν έχουμε έξι δισεκατομμύρια ανθρώπους, θα μπορούσαμε να έχουμε έξι δισεκατομμύρια θρησκείες και η κάθε μια να σέβεται τις άλλες. Όλοι έχουμε διαφορετική θέαση της αλήθειας. Ο Θεός στους αιώνες αθέατος ακολουθούσε τα καραβάνια της ελπίδας. Σε κάθε προσπάθεια. Τώρα τολμάει ό,τι τολμάει το φώς. Μεγαλώνει σε τροχιά ολόκληρη. Ανεβαίνει στης νύχτας τα ψηλά υπνοδωμάτια. Μέχρι τώρα, συνειδητά ή ασυνείδητα, σκάψαμε γι'αυτόν. Στα αγκίστρια της ψυχής μας πιάστηκαν ελπίδες και ρεαλισμός. Σπαρταρούν χωρίς αλληλουχία… Συγχέονται… κι από πίσω ένα χέρι που πνέει. Το εγώ δεν είναι μέρος του κόσμου αλλά όριο του. Ένα παράθυρο όπου το πνεύμα πασχίζει να εισέλθει…να γειωθεί ψάχνοντας καθαρούς αγωγούς. Πάντα θα είμαστε μαριονέτες. Η μόνη μας ελευθερία είναι στο να διαλέξουμε ποιανού μαριονέτα θα είμαστε. Των παθών μας, της έπαρσης μας.... του σατανά; Ο σατανάς ενίοτε  παρουσιάζεται και ως ηθικολόγος. Αν δεν είχαμε αλυσσοδέσει τις γυναίκες με την ηθική μας, αυτές ούτε στο πεζοδρόμιο δεν θα μας άφηναν να αναπνεύσουμε. Εγώ επιλέγω να είμαι μαριονέτα του Θεού. Και δεν ξέρω τι είναι καλό. Είναι κάτι καλό επειδή ο Θεός το θέλει. Κάποιος στο διπλανό τραπέζι βήχει. Βήχει επειδή εγώ είμαι καπνιστής. Με πιστεύεις; Όχι ε;..Καλά κάνεις. Δεν με πιστεύεις επειδή εγώ δεν με πιστεύω αρκετά. Η έκρηξη της επιστημονικής προόδου εκτόξευσε τον άνθρωπο στις σύραγγες της εξειδίκευσης. Χάσαμε τον κόσμο ως σύνολο. Οι παλιοί άνθρωποι, βάρβαροι και πνευματικοί. Σε επαφή με τη φύση, με το αιώνιο και το υψηλό. Στο άσχημο τοπίο της πόλης πια, αναγνωρίζω την αποκρυστάλλωση του εγωισμού μας. Δεν χαίρονται οι άνθρωποι , μόνο ικανοποιούνται. Εμπιστεύονται στην ζωή τους τον επιστημονικό τρόπο σκέψης και έτσι υπνοβατούν ενώ η λατρεία είναι αφύπνιση. Επαναφέρω στον κόσμο την έννοια του συνόλου. Την εις των πάντων ενώσεως .Τώρα που μιλάμε, τώρα που ακούγονται αυτά τα λόγια, αέριες μάζες μετακινούνται στις εσχατιές του σύμπαντος. Με πιστεύεις;.. Λες να έστειλε ο Θεός τον Χριστό και σ'αλλα ζώα; Φαντάσου πολλά μυρμήγκια να σταυρώνουν ένα μυρμηγκάκι. Χα! Είχε ο Χριστός χιούμορ; Φυσικά. “Άσε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους”. Μαύρο χιούμορ. Εγώ δεν ζώ. Εγώ ΕΙΜΑΙ. Τα ζώα και τα παιδιά ΕΙΝΑΙ. Ο αθάνατος πυρήνας μου απευθύνεται στον δικό σου και τον προσκαλεί…Λοιπόν τι γνώμη σχημάτισες; Την πιο ρεαλιστική εκδοχή πες.

- Φαίνεσαι άνθρωπος μορφωμένος και ευαίσθητος, με αδυναμία να αφοσιωθεί σε ένα άτομο. Δείχνεις κάποτε ότι 'χανεις' αλλα αυτό θα δικαιολογούσε το ότι τα λόγια σου είναι ξεχωριστά.

-Τα λόγια μου δεν είναι τόσο πρωτότυπα. Η πρωτοτυπία τους έγγυται στο ότι τα εννοώ.

- Να σου δώσω και την πιο φευγάτη εκδοχή;

- Ναι! Ναι!

- Η ψυχή σου δέχτηκε ισχυρή ώθηση και ταλαντώθηκε σε ακραίο βαθμό μεταξύ χαράς και θλίψης. Μεταξύ αγιότητας και δαιμονισμού. Αν τα καταφέρεις να ισορροπήσεις μεταξύ αυτών των άκρων θα'σαι ο …

- Πες το κι ας σχιστούνε τα βουνά!

-…Ο Χριστός που θα φέρει την αποκάλυψη. Την Δευτέρα Παρουσία.

-Yeah! Τώρα με βλέπεις. Τώρα γίνεσαι κύβος! Τώρα 'τρελαίνεσαι'. Τώρα το πνεύμα γειώνεται, τώρα έχω όνομα… τώρα αρχίζουν όλα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8. ΟΠΟΥ ΤΟ ΒΕΛΟΣ ΠΕΤΑ

Aν είναι Αυτός, τότε εγώ γράφω ευαγγέλιο!

Ξαφνικά όμως χάθηκε. Δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Μετά από μέρες μου έστειλε ένα μήνυμα. “Πρέπει να βρείς τρόπο να διδάσκεσαι μόνος σου. Αν σωπάσεις για τρείς μέρες θα καταλάβεις πολλά”. Πέρασαν άλλες 14 μέρες. Παρακολουθούσα με δυσκολία την εκπομπή της Αννίτας Πάνια. Μισότρελοι, ψώνια, καθυστερημένοι εκτίθονταν προσφέροντας, με τις γκάφες τους, γέλιο στο κοινό του πλατό και στον τηλεθεατή. Trashtv που λένε…Και η Πάνια λέει “… Τώρα η έκπληξη που σας υποσχεθήκαμε. Αυτοπροσώπως από τον άλλο κόσμο ο… Χριστός!” Ανοίγουν δύο τοίχοι και προβάλει ο … δάσκαλος. Δεμένος πάνω σε σταυρό. Με χάρτινο φωτοστέφανο με ψεύτικη χρυσόσκονη και δύο ακτίνες να ξεπροβάλουν από πίσω. Ήταν σχεδόν γυμνός όπως ο Εσταυρομένος. Μια εικόνα άγριο κίτς.

 Η Πάνια μιλά “Χριστε…διδαξε μας”.

- Ο Θεός βαρέθηκε τους εβραίους και τώρα ασχολείται με τους Έλληνες. (Γέλια από το ακροατήριο).

- Γιατί το λες αυτό; Είσαι ρατσιστής; Ρωτά η Πάνια.

- Κάθε έθνος κουβαλά την κουλτούρα του. Και οι εβραίοι θεωρούν τον εαυτό τους λαό περιούσιο, εκλεκτό του Θεού. Και εν μέρει έχουν δίκιο αφού ο Θεός αποκαλύφθηκε σ'αυτούς. Όμως το σκοτάδι είδε το φώς και δεν το γνώρισε. Όμως εγώ σαν τότε ήρθα για όλον τον κόσμο.

- Αλήθεια, γιατί ξαναήρθες;

- Ήρθα για την συγκομιδή, ήρθα ένδοξος. Ήρθα για να φέρω τον παράδεισο. (Γέλια από το ακροατήριο).

- Πώς όμως θα σε πιστέψουμε; Θα μας κάνεις κανένα θαυματάκι;

- Ίσως αργότερα. Τα θαύματα εκβιάζουν τις ψυχές. Γενικά τα αποφεύγω...(γέλια).

Θαύμα πρέπει να είναι τα λόγια μας. Είμαι η πόρτα που οδηγεί από το νοητό στο      α-νόητο. Στο απερινόητο. Γι'αυτό είμαστε πλασμένοι…για να γίνουμε πλάσματα μεταφυσικά.

- Γιατί ζούμε;

- Για να απολαύσουμε την μεταμόρφωση μας.

- Μα πώς δίνεις τόσο απλές απαντήσεις σε προαιώνια ερωτήματα;...Χριστούλη μου είσαι λίγο 'φεύγα', λίγο 'γειά σου'. Έχεις επαφή με την πραγματικότητα;

-Τι είναι πραγματικότητα; Μήπως πραγματικότητα είναι οι φαντασίες και τα όνειρα των άλλων που αντιστέκονται στην δικιά μας θέληση; Αν είμαι ψέμα, αν δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, αν ζω στο παραμύθι μου τότε…το παραμύθι μου είναι ισχυρό και όμορφο. Σας αποκαλύπτω την μυθολογία μου και σας προσκαλώ…να πάμε εκεί που χτίζουνε φωλιά, παράξενα πουλιά στου ήλιου τα σκαλιά…προς τα εκατομμύρια του ήλιου φλάς.

- Είσαι και ποιητικούλης Χριστέ μου…

- Εσύ σαρκάζεις, εσύ θα πάθεις κακό.

- Αα! Τώρα μου τα χαλάς. Εγώ σε κάνω αστέρα κι εσύ μου μιλάς έτσι.

- Αληθώς, αληθώς σας λεω ότι…άστο …δεν είναι ακόμα ώρα…(γέλια).

- Όχι πες!

- Να το πώ;

- Ναι! Ναι!

- Είμαι το συνειδησιακό σας λόττο... (γέλια). Πρέπει να σφάξουμε ό,τι μας στολίζει, γυμνοί ν'ανηφορίσουμε του ουρανού τα σκαλοπάτια.

- Και τί δουλειά κάνεις Χριστούλη; Η είσαι μόνο θεωρία;

- Ποιά είναι η πράξη ενός δασκάλου; Τα λόγια του.

- Ο Χριστός σήμερα μας ταπώνει.

- Ήρθα σαν θεός να σας κάνω θεούς. Αν δεν μπορούμε να γίνουμε θεοί ας γίνουμε τουλάχιστον άγγελοι, ή τουλάχιστον άγιοι, ή τουλάχιστον καλά παιδιά. Πώς φέρεται όμως ένας θεός; Θεός κατά χάριν;

- Μην μας λές ακόμα. Γιατί πρίν γίνουμε θεοί, προηγούνται οι διαφημίσεις. Δεν έχουμε χρόνο.

- Εγώ δεν γεννήθηκα Χριστός… έγινα Χριστός. Οπότε μπορείτε κι εσείς…(πέφτουν διαφημίσεις).

Η εκπομπή συνεχίστηκε με παραδοξολογίες. Ο δάσκαλος μιλούσε κι οι άλλοι από κάτω γελούσαν. Η τηλεθέαση ανέβηκε. Αρχίσανε οι αντιδράσεις. Η κοινότητα των εβραίων κατηγόρησε τον δάσκαλο ως επικίνδυνο τρελό φασίστα. Αντέδρασαν και οι εκκλησιαστικές οργανώσεις. “Πόσο χαμηλά θα πέσει ακόμα η τηλεόραση”; “Βέβηλοι”..... Γράφτηκαν και πολλά άλλα χλευαστικά. “Άλλο ένα νούμερο που θα μασουλήσει το 'φιλοθεάμον' κοινό πρίν το φτύσει”. Όμως η τηλεθέαση χτύπησε κόκκινο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9. ΟΠΟΥ Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΙΚΗΣ ΠΤΩΣΗΣ

    Πέρασαν 35 μέρες.  Ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό αποκάλυψε ότι ο δάσκαλος βρήκε κατάλυμα σε παραλία της Χαλκιδικής. Την μέρα που πήγα ηταν Κυριακή. Εκεί τον επισκέπτονταν κόσμος που με τον καιρό πλήθαινε. Επιασα κουβέντα με μερικούς.

Οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι, τον πίστευαν ως φωτισμένο δάσκαλο. Άλλοι ήρθαν από περιέργεια. Αυτός τους μιλούσε κατά μόνας αλλά κατά καιρούς απευθυνόταν προς το πλήθος.

- Με αγαπάτε? Φώναξε.

- Σε αγαπάμεε! Αποκρινόταν ο κόσμος με μια φωνή και λίγα γελάκια.

Τον πλησιασα και χαρηκε που με ειδε .

- Δες, μου λέει, τι χαρά να σε αγαπάνε άγνωστοι…. Κι όμως μου απαγορεύεται  να αγγίξω κοπέλα. Ο Θεός, δηλαδή η συνείδηση μου κοντά σ'αυτόν, μου λέει “μόνο με λόγια και τραγούδια θα ευφραίνεσαι… κι όταν θα γοητεύεις κορίτσια, θα τα φέρνεις σε μένα, γιατί θέλω παρέα. Σας θέλω όλους”.

Ξαφνικά το πρόσωπο του σκοτείνιασε. “Αλίμονο δεν είμαι ο Χριστός. Ένας φουκαράς είμαι που του πονάει το δόντι”.

- Δάσκαλε, είσαι το πλησιέστερο προς τον Χριστό πλάσμα που γνωρίζω, είπα.

- Σ'ευχαριστώ. Ο Θεός μου λέει “Είμαι τρελός κι όποιος με πλησιάζει καίγονται τα λαμπάκια του. Σου έδειξα το νύχι μου, κι ορίστε τι έπαθες”. Οδεύω προς το κέντρο του κύκλου και παρασέρνω στο διάβα μου όποιον βρώ.  Πρός το κέντρο του κύκλου. Εκεί που συνταιριάζονται όλα τα καλά. Αλήθεια, αγάπη, καλοσύνη, ευγένεια, ευτυχία. Ο Θεός μου λέει “Εσύ ξεχώρισες. Σ'αγαπώ. Με έχεις να σε παρακαλώ. Δείξε μου οίκτο”….Κατάλαβες; Ο Θεός με παρακαλά να δείξω οίκτο…. Απίστευτο ε; “Σου δίνω την καρδιά μου” μου λεει “κι εσύ την διώχνεις”.

- Εσύ διώχνεις την καρδιά του Θεού; Απόρησα.

- Φυσικά, αφού εξακολουθώ να αμαρτάνω. Είμαι αχάριστος και υποκριτής. Ούτε το τσιγάρο δεν έκοψα ακόμα (βέβαια το ελάττωσα). Θα αγιάσω όταν αντιληφθώ όλα μου τα ελαττώματα. Να φέρεσαι στους άλλους σαν να ήταν άγιοι …κι έτσι να φέρνεις στην επιφάνεια την άγια πλευρά τους. Η συνείδηση μου τώρα κινείται σε πέντε επίπεδα. Το πρώτο, το πιο 'λογικό' και κατανοητό. Το πέμπτο, το πιο θεϊκό κι ακατανόητο. Σε ποιό προτιμάς να σου αποκρίνομαι;

- Στο πέμπτο παρακαλώ.

- Αχ εσύ υπερβολικέ που διψάς για τα μύχια, τα μεγάλα μυστικά. Εντάξει λοιπόν. Στο πέμπτο επίπεδο θα σου έλεγα ότι το δάγκωμα προκαλεί θάνατο. Πρέπει να τρομοκρατούμε το φίδι για να επιστρέψει στον βυθό. Στον ύπνο τα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια επικοινωνούν. Κινούμαι σε αχαρτογράφητες περιοχές οπου άνθρωπος δεν πάτησε κι ο Χριστός μας μιλάει έξω από τα όρια της λογικής και μας προσκαλεί. Κι η λογική έχει όρια. Η αγάπη όχι. Κι εγώ σου μιλάω απ'τον άλλον κόσμο αφού έφαγα αβυσσόπιτα ….. κι αφού η ψυχή μας είναι το άχρονο αποτύπωμα μας στον άλλο κόσμο.  Με την έκτη αίσθηση ψάχνω το μονοπάτι και πάω καλά γιατί τουλάχιστον θέλω να γίνω  Χριστός ….κι όχι Ωνάσσης. Ποιός θυμάται τους πλούσιους της εποχής του Χριστού; Το χάος στον ωκεανό οδηγεί σε νέους ορίζοντες …. Μέχρι να υιοθετηθώ. Έτοιμος να τα χάσω όλα. Εσείς λογοκρατούμενοι επιστήμονες, μαζεύετε βαρόμετρα αλλά δεν ξέρετε τι καιρό κάνει. Εγώ ξέρω να κοιτώ τον ουρανό. Εσύ; Εσύ για ποιόν σταυρώθηκες; ….Τόσες ερωτήσεις κι η απάντηση μία … “αγάπη”. Προαπαιτείται ταπείνωση. Πώς θα αγαπήσεις τον άλλον αν δεν τον δείς;  Και πώς θα τον δείς αν δεν ταπεινωθείς; Πότε θα γίνω παιδί; Έμαθα να φυσώ την μύτη μου σαν παιδί…καταλαβαίνεις;

- Καταλαβαίνω. Δεν είναι τόσο ακατανόητο το πέμπτο σου επίπεδο.                                                                    

- Χα! Είναι επειδή σου μιλούσα από το τρίτο επίπεδο. Χαχα….άκου τώρα το πέμπτο…Πόρνες και προαγωγοί.  Μάθετε τρόπους καθάρματα! Τώρα που σας χρειάζομαι. Είναι το πεπρομένο μου. Είμαι μισός σ'αυτόν και μισός στον άλλο κόσμο. Τρελό δεν με λέτε; Κλέφτες! Μην μιλάτε μην αγγίζετε. Θα σας μάθω εγώ να φιλάτε. Να κάνετε έρωτα με τον Θεό. Που μάλλον μας αγαπά …αλλα όχι περισσότερο απ'τον εαυτό του… Έρωτα με τον Θεό. Την γριά πόρνη δηλαδή που για όποιον την αγαπάει γίνεται όμορφη ντροπαλή κοπελίτσα. Σήμερα όλο και λιγότερο ντρεπόμαστε. Κι όμως το κόκκινο στα μάγουλα είναι το χρώμα της αρετής. Βλέπω τον Θεό κατάματα. Βλέπω τα εκατομμύρια του ήλιου flash… και καίγονται τα λαμπάκια μου. Εγώ, ο στρατιώτης του βορρά που κατουρά το παντελόνι του….και φυσικά θα με συλλάβουν σαν απατεώνα και θα ποδοπατήσετε το καπέλο μου. Παραμονεύει μια γυναίκα, να δει αν θα σωθώ. Κι όμως με δέρνουν. Γιατί έπαιξα με την τιμή των νεκρών. Εγώ κι ο Θεός, ο Θεός που ζητάει τσιγάρο για να το χαρίσει σ'αυτόν που του το έδωσε. Φωνάζει τους ζωντανούς  κι απαντάνε οι νεκροί. Το μοσχάρι μας βλέπει; Ή μας φαντάζεται; Κι αν τα λιοντάρια μιλούσαν θα τα καταλαβαίναμε; Κι όταν η μητέρα λέει “αγαπάω το παιδί μου”….αγαπάει το 'παιδί' ή το 'μου'….. Καταλαβαίνεις;

- Έχω αρχίσει να χάνω την μπάλλα. Τα λόγια σου χωρίς ειρμό ακούγονται πρωτόγνωρα, ωστόσο νιώθω πως θα μπορούσα να τα είχα σκεφτεί και γω. Παράξενο….Κατέβα επίπεδο τώρα.

- Ας πούμε στο επίπεδο δύο…οκ…περίμενε λίγο….(Απευθύνεται στο πλήθος που περιμένει).

- Μ'αγαπάτεε?

- Σαγαπάμεε!

- Θεέ μου γουστάρω χαχα…Επιστροφή στο δεύτερο επίπεδο. Βλέπω τους εχθρούς μου να συνωστίζονται και να με σημαδεύουν. Όποιος ξεμακραίνει απ'το κοπάδι οδεύει προς σταύρωση. Γι'αυτό σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο σταυρός κι όχι ας πούμε ο βράχος της ανάστασης (που θα'ταν και πιο ελπιδοφόρο)… Ο Θεός μου λέει “δεν είχα σκοπό να σε πονέσω, απλά βιάζομαι”. Και ξεπαγιάζει, μόνος, στον μαρμάρινο κισσό. Και μου λέει “Πως μπήκες παράνομα στο σπίτι μου; Είμαι τρελή για σένα. Σαν βιασμένη που ερωτεύεται τον βιαστή της”… Λες ο Θεός να είναι γυναίκα;

- Αφού ο Θεός δεν έχει φύλο….

- Ναι, αλλά ο Χριστός είπε “Πάτερ ημών”…γιατί να μην μπορώ κι εγώ να πώ “Μήτερ ημών”; Τέλος πάντων. Ωραίο θέμα για ζωγραφιά, μια τουαλέτα. Απωθεί ως σύμβολο, έλκει ως αισθητική απόδοση.  Σας βαρέθηκα εσάς τους ανθρώπους. Εσάς και τα χαλάσματα σας και τις όμορφες γυναίκες σας. Σιγά μην βγεί ο Θεός από το κάστρο του. Και με καλεί σε δείπνο. Κι εγώ, ο κυνηγός ταλέντων κρατάω το κλειδί της καταστροφής.  Αφού ένα πραγματικό βιβλίο για την ηθική είναι βόμβα για όλα τα υπόλοιπα (Βιτγκενστάιν). O μεταφυσικός κόσμος είναι αυτός, αντεστραμένος. “Κι ότι συμβαίνει είναι ότι απέρριψε ο Θεός” (Πεσσοα). Όλα τα ανθρώπινα δεν είναι απλώς λάθος, είναι αντίστροφα. Σ'αυτόν τον κόσμο πρώτη μούρη είναι ένας πρωθυπουργός και τελευταίος ένας καθυστερημένος.  Στον μεταφυσικό κόσμο, πρώτος είναι ο καθυστερημένος και τελευταίος ο πρωθυπουργός. Καθώς και στις συνειδήσεις μας. Γιατί μέτρο δεν είναι η αξία αλλά η ταπείνωση κι η απλότητα. Κι ο Θεός μου λέει “Όλα όσα έχω είναι όσα εσύ μου δίνεις”…απίστευτο. Ας κάνω άλλο ένοχο τσιγάρο. Ο πρώτος άνθρωπος που μπαίνει στον παράδεισο με τα ελαττώματα του. Απίστευτο….. Γιατί διάλεξε εμένα; Δεν θα μου το αποκαλύψει ποτέ. Γιατί αν το μάθω θα εκπέσω.  “Και η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει”. Γειώνω το πνεύμα με μπόλικο καπνό. Θεέ μου σώσε τον πλανήτη! Ο δάσκαλος άλλαξε όψη και ερωταπαντούσε μονολογώντας τον παρακάτω διάλογο....

- Θα το κάνω. Θα σώσω τον πλανήτη …αν εσύ πάψεις να καπνίζεις. Θα το κάνεις;

- Όχι. Όχι το τσιγαράκι μου.

- Τότε ασε τα λόγια τα παχιά κάθαρμα. Κάθαρμα θα καθαρθείς…..Τώρα είδες όλο το φεγγάρι, και με την κρυφή του όψη. Τι θα κάνεις; Είσαι η αλήθεια περιφερόμενη. Πάρε την σημαία από τον Χριστό, κάνε παιχνίδι.

- Ποιά η αποστολή μου?

- Να σώσεις τον πλανήτη ή να κόψεις το τσιγάρο. Ποιό είναι πιο εύκολο?

- …Να σώσω τον πλανήτη.

- Οκ μπάσταρδε. Σώσ'τον. Εμένα κατά βάθος στα παλιά μου τα παπούτσια. Πείσε τον διάβολο να μου ζητήσει συγνώμη.

- Δεν μπορείς να τον συγχωρέσεις έτσι κι αλλιώς?

- Δεν γίνεται. Έχω αβυσσαλέα περηφάνεια που μου επιτρέπει όμως να συγχωρώ εσάς. Αφού εσείς ζητάτε συγνώμη. Κι αν με συγχωρέσεις  εσύ θα είσαι πιό ψηλά από μένα.

- Να σε συγγχωρέσω; Για ποιό πράγμα;

- Κάποτε θα μάθεις γιατί…κι αυτή θα'ναι η τελική αλήθεια.

- Πες την μου τώρα.

- Όχι, πρώτα να σώσεις τον πλανήτη…ή να κόψεις το τσιγάρο.

- Δεν μπορώ να το κόψω χωρίς βοήθεια.

- Φώναξε τον Χριστό.

- Χριστέ;

- Έλα…

- Θα με βοηθήσεις;

- Για ποιό πράγμα;

- Ξέρεις …για το τσιγάρο.

- Οκ, ασ'το σε μένα. Όμως θα προσπαθήσω κατά 90 %, το 10% είναι δική σου προσπάθεια. Πρέπει να σεβόμαστε και την ανθρώπινη βούληση. Κάθε πρωί θα αηδιάζεις τον καπνό. Μετά μόνος σου.

- Σ'ευχαριστώ.

- Κάνε τσιγαράκι, είναι απόγευμα.

- Χαχα…οκ.

- Το τσιγάρο είναι το τελευταίο εμπόδιο σου από την τελειότητα. Όταν τα καταφέρεις ελπίζω να μην έχεις έπαρση.

- Όχι, όχι…

- Ίσως πάλι …νικώντας το τσιγάρο, σου αποκαλυφθούν άλλα, αναρίθμητα ελαττώματα. Χα! … θα δούμε. Πάντως είσαι αρκετά ψηλά, αφού μπορείς να μας ακούς, αλλά σου λείπουν ακόμα μερικές αρετές. Όπως η καρδιογνωσία και το σπουδαιότερο … η διάκριση. Να μάθεις σε ποιόν να λες τί και πότε. Εσύ αδερφάκι μου εισαι κύμβαλο αλαλάζον. Απ'τούς ανθρώπους προτιμώ την μουσική τους. Πάψε να σκέφτεσαι και θα ρεύσω μέσα σου. Οι άνθρωποι σκανδαλίζονται όταν λες πως είσαι Χριστός αλλά εγώ χαίρομαι. Μακάρι να με φτάσεις. Όμως, μπές μέσα στον κόσμο.  Μάθε τον. Μιλάς για τα πράγματα σαν να τα διαβάζεις σε βιβλίο. Φιλοσοφείς. Δηλαδή πιάνεις τα πράγματα με το γάντι. Βγάλε το γάντι. Πιάσ'τα με γυμνό χέρι, νιώσε τα.

- Μα ο κόσμος είναι τόσο βαρετός. Μόνο την παρέα σου θέλω.

- Δεν βλέπεις καθαρά. Καθάρισε τις αισθήσεις σου. Δες το πρόσωπο μου στο πρόσωπο του συνανθρώπου σου. Δες το στο πρόσωπο του μουλαριού. Αχ αυτή η έπαρση σου. Όλα παίζονται στο δίδυμο έπαρση – ταπείνωση. Ένας λόγος που σε διάλεξα είναι επειδή δεν θα'χες τόσο πρόβλημα με την έπαρση. Όμως κι εσύ…πώς να χειριστείς τόση δύναμη; Χάνεις χρόνο με την έπαρση.

- Ποιά η αποστολή μου;

- Να παρακολουθείς αμέτοχος την πορεία του κόσμου πρός την αποκάλυψη και να περιμένεις να σε καλέσουν. Αλλά πρίν σε καλέσουν πρέπει να προπονηθείς. Πρέπει να είσαι έτοιμος. Για να γίνεις αυτοκράτωρ, Εαυτοκράτωρ. Δώς μου την καρδιά σου ή αλλιώς ας ξεχάσουμε την όλη υπόθεση.

- Σου την δίνω.

- Απόδειξε το.

- Πως?

- Αυτοκτόνησε εν ζωή, αφέσου στο θέλημα μου, γίνε παίδι.

- Σου παραδίδω την θέληση μου.

- Ναι αλλά τα παιδιά δεν καπνίζουν. Είσαι αγωγος και γειώνεις πνεύμα γεμάτο καπνό.

- Να πώ και γω κάτι?

- (ο δάσκαλος) ποιός είναι?

- Ο σατανάς.

- Τι θες?

- Φίλε μου σε βασανίζουν. Σε θέλουν πιόνι. Εγώ σε θέλω αξιοπρεπή, με την ικανότητα να γίνεις θεός χωρίς να παρακαλάς. Σαν πιόνι δεν θα γίνεις ποτέ αρχηγός. Θα σε βουτήξουν στην ενοχή. Με την δική μου βοηθεια θα τα καταφέρεις. Γιατί αυτός ο κόσμος είναι δικός μου κι εγώ τον ορίζω.

- Τι επιδιώκεις?

- Να κυριαρχήσω παντελώς σ'αυτόν τον κόσμο, ώστε να γίνω σεβαστός στον άλλον. Θέλω σεβασμό στην προσπάθεια μου….Γι'αυτό κατηγορούμαι, επειδή έπαψα να εκλιπαρώ ευλογία, όπως τα άλλα αγγελάκια, τα φλωράκια. Κι αν αποτύχω, θα ξέρω πως το έκανα εγώ. Ididitmyownway (Sinatra). Κι εσύ ακόμα, ακολουθείς προσωπικό δρόμο, δεν τηρείς το γράμμα της εκκλησίας. Δεν εξομολογήθηκες ποτέ….Και το τσιγάρο δεν θα το κόψεις ποτέ. Τολμώ να στο πω ξεκάθαρα κι ας σε πεισμώσω. Δεν θα τα καταφέρεις, στο λέω κατάμουτρα. Λέγε τα εμπνευσμένα λογάκια σου, εν όσο εγώ σου τρώω τα σωθικά.  Και με το τσιγάρο σου χαλάω την εικόνα σου στους άλλους, αφού οι άλλοι άνθρωποι ακούνε λόγια τέλεια και περιμένουν να δούν έναν τέλειο άνθρωπο…και βλέπουν έναν παθιασμένο θεριακλή και σκέφτονται “δασκαλε που δίδασκες”. Έτσι είναι φίλε. Πάντα θα τους δείχνεις τον ήλιο και πάντα θα κοιτούν το δάχτυλο. Κι είναι δικοί μου. Όλοι!... σχεδόν όλοι.

- Εγώ σου ανήκω?

- Το σώμα που φθείρεις ναι. Όσο το φθείρεις ναι. Το πνεύμα σου ακόμα δεν είναι κανενός. Πάντως καλύτερα να αμφιβάλεις παρά να πας μ'Αυτόν. Αν δεν αμφέβαλες δεν θα κάπνιζες.

- Ναι, η συμπεριφορά μου εδώ θα κρίνει την θέση μου στην αιωνιότητα. Αν το πίστευα πραγματικά δεν θα κάπνιζα, δεν θα κόμπαζα.

- Ακριβώς αδελφέ.

- Δεν είμαι αδελφός σου, σε σιχαίνομαι.

- Χα! Παραδέξου το και γίνε άντρας. Προτιμάς να κάνεις το τσιγαράκι σου κι ας καταστραφεί ο κόσμος. Ανθρώπινο. Η σωτηρία του πλανήτη, αφηρημένη έννοια, το τσιγαράκι συγκεκριμένο. Η σωτηρία είναι ιδέα, το τσιγαράκι αίσθηση. Κι εγώ σου λέω, μην ντρέπεσαι. Μην ντρέπεσαι ν'αντισταθείς στην θέληση του Θεού. Είναι θεός, είναι άγιος, είναι ισχυρός αλλά μην ζητάς να σε ελεήσει. Σου προσφέρει αθανασία , μπορώ να στην προσφέρω κι εγώ. Και κάτι περισσότερο. Μπορώ να σου δώσω την δύναμη να αρνηθείς την αθανασία. Φίλε μου η αθανασία είναι ένα όνειρο που γίνεται εφιάλτης. Έχεις την πνευματική δύναμη να ανέβεις στην κορυφή του κόσμου. Την δύναμη στην έδωσε ο Θεός. Την επίγνωση όμως αυτής της δύναμης στην δίνω εγώ. Και το 'εγώ' μεγαλώνει και τερατούται. Άσε λοιπόν τις σεμνοτυφίες και παραδέξου το. Είσαι ο πρώτος. ΕΙΣΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ! Σκίστους! Πιστεύε στον Θεό όσο θες. Κι εγώ πιστεύω στην ύπαρξη του (κι απ'αυτήν την πλευρά είμαι θρήσκος). Αλλά …σταμάτα πια με τα παιδιαρίσματα. Πάρε τις δικές σου αποφάσεις. Τι παρακαλάς για ευλογία; Επιτέλους αρκετή δεν έχεις; Ααα! Σε χρησιμοποιεί ο Θεός. Σε χρησιμοποιεί! Σου λέει τι να κάνεις…Εγώ σου είπα τι να κάνεις; Εγώ σ'αφήνω ελεύθερο μπάσταρδε!...Ξύπνα μπάσταρδε!

- (Χριστός) Ξύπνα μπάσταρδε!

- Θεέ μου, πόσο μοιάζετε…

- Σώπασε!

- (δασκαλος) …........

- Τώρα μίλα!

- (δασκαλος) Αταα, αα, ατ…α…

- Αυτό είναι. Επιστρέφεις στην προπτωτική κατάσταση.

- (διαβολος)  γδύσου!

- (Χριστός)  Όχι! Θα σε παρεξηγήσουν. Δεν είναι έτοιμοι για κάτι τέτοιο.

- Χεσ'τους! Είσαι μαζί μας τώρα. Τι ανάγκη τους έχεις;

- Όχι, σεβάσου την άγνοια τους.

- (δάσκαλος) θα την σεβαστώ.

- Ο διάβολος σου πρότεινε σωστή πράξη σε λάθος χρόνο. Θα σε τρελάνει. Ο τρελός είναι άχρονος. Σεβάσου τους άλλους.

- (διάβολος) Μην σέβεσαι κανέναν…Αυτά τα πλήθη άχρηστων αντιγραφών, αυτές τις αγέλαιες κοινωνίες ανθρωποειδών.

- Σεβάσου!

- Μην σέβεσαι!

Ο δάσκαλος λιποθύμησε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10. ΟΠΟΥ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ  ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΧΡΙΣΤΟΣ.(ΠΕΡΙΠΟΥ ).        

   Ο Χριστός κάθησε στο καφέ. Έκανε την ανάγκη του στην τουαλέτα με ευχαρίστηση. Εκμεταλλευόταν έτσι στο έπακρο όλες τις ανέσεις που του επέτρεπαν τα τρία ευρώ του καφέ. Είναι κάπως θλιμμένος, γιατι; Δεν δούλευε από καιρό. Ζούσε στο τίποτα. Δίπλα μια παρέα νεαρών τιτιβίζει και τον ενοχλεί. “Μην μιλάς έτσι. Ταπεινώσου και θα τα δείς όλα”. Δίπλα βγάζουν ήχους σαν δελφίνια.                            Ο Χριστός ακούει τον Θεό να γελά και να είναι έτοιμος να χτυπήσει. Τα παιδιά κάνουν τον μάγκα μεταξύ τους αλλα παριστάνουν το θύμα όταν βρεθούν μπροστά στον δάσκαλο για να λύσουν τις διαφορές τους. Το ίδιο κι οι μεγάλοι μπροστά στο δικαστήριο. Ο Χριστός ψάχνει ένα σχήμα για να περιγράψει το μεταφυσικό τοπίο και τους ρόλους του καθένα. Στο καφέ, μια κοπέλα στρώνει τα μαλλιά της με όλη την επίγνωση της ομορφιάς της…κι αυτό την ασχημαίνει. Μια άλλη νεαρή με προκλητικό ντεκολτέ. Σαν να καταλαβαίνει το βλέμμα του και ρίχνει μπροστά τα μαλλιά της σκεπάζοντας το στήθος της. Ντρέπεται;

Για την ώρα η πιο ακριβής περιγραφή του μεταφυσικού κόσμου είναι η εξής. Ο Θεός είναι γυναίκα κι ο διάολος το ίδιο. Γιατί μόνο γυναίκες μπορούν να είναι τόσο συνεπείς στην αγάπη και το μίσος τους αντίστοιχα. Ο Θεός βοηθάει τα παιδιά του να βρούν την ψυχή τους κι ο σατανάς βάζει εμπόδια. Ο Χριστός τεντώνεται νωχελικά και ξαφνιάζεται λίγο βλέποντας την μπλούζα του που σηκώθηκε και φαίνεται η φανέλα. Κάποιος δίπλα του έβηξε και αυτός θυμήθηκε την ευχάριστα παρανοική ιδέα ότι ίσως ευθύνεται ο ίδιος αφού είναι καπνιστής. Ο Χριστός ξέρει την αποστολή του που τώρα είναι πιο δύσκολη αφού δεν δικαιούται να κάνει θαύματα και έχει σαν μοναδικό όπλο τον λόγο. Η μουσική του μαγαζιού ευχάριστη, δεν προμήνυε κάτι κακό. Διάβαζε με ευχαρίστηση Πεντζίκη αφού αναγνώριζε ότι υπάρχουν και πιο τρελοί απο τον ίδιο. Όμως κινείται σε αχαρτογράφητες περιοχές. Μπορεί να είναι υπερήφανος χωρίς όμως να υποτιμά τους άλλους. Η έπαρση του δηλαδή δεν είναι συγκριτική. Αντλεί περηφάνεια μόνο από την πρόοδο του σε σχέση με τον παλιό του εαυτό. Έτσι αποφεύγει έναν επικίνδυνο σκόπελο. Είναι η έπαρση που οδηγεί στην παράνοια. Ο σατανάς κρύβεται στο 'είσαι σκουπίδι' και στο 'είσαι ο πρώτος' . Ο Θεός κρύβεται στο ενδιάμεσο, στην προσπάθεια.

Ο Χριστός παρατηρεί μια γκαρσόνα. Το μακιγιάζ της δεν υποστηρίζει την μαραμένη της όψη. Είναι θλιμένη και το μακιγιάζ της φαντάζει παράταιρο στολίδι. Μένει μόνο του το μακιγιάζ χωρίς το πρόσωπο… ή ίσως προβάλεται μπροστά, έξω απ'το πρόσωπο. Στον κόσμο άλλοι θέλουν να κάνουν κάτι κι άλλοι θέλουν να γίνουν 'κάποιοι'. Ο Χριστός ευχαρίστησε τον Θεό που του άνοιξε τα μάτια και πια μπορούσε να ζήσει την περιπέτεια στον μέχρι τότε φαινομενικά ασήμαντο κόσμο, ασήμαντων γεγονότων. Σηκώθηκε για να πάει να αγοράσει τσιγάρα. Βγαίνοντας από την καφετέρια είδε έναν θαμώνα. Ήταν καθιστός με τα χέρια απλωμένα στην πλάτη του καναπέ και φορούσε μαύρα γυαλιά. Ο Χριστός απέδωσε την άνετη, όλο αυτοπεποίθηση στάση του στο ότι ο άλλος είχε διαβάσει κανα δυό δύσκολα βιβλία. Ξυπασιά ακαλαίσθητη. Κι όμως μια γυναίκα μπορεί να γοητευτεί από κάτι τέτοια . Η απόσταση μας από τον Θεό καθιστά την μεταξύ μας απόσταση αμελητέα. Πληρώνει για τα τσιγάρα και φεύγει αργά, παράλληλα από τον πάγκο των περιοδικών. Εξώφυλλα με γυμνές. Ο Θεός δεν έχει πρόβλημα με το σέξ αλλά με την πορνεία. Παραδίπλα το αφεντικό της καφετέριας έπαιζε με ένα βρέφος, κολλούσε την φάτσα του στο πρόσωπο του μωρού. Παράξενο… το μωρό δεν τρόμαζε. Παράξενο επειδή η γουρουνίσια φάτσα του αφεντικού θα μπορούσε να είναι τρομαχτική. Ίσως ήταν το παιδί ή το ανήψι του. Ο Χριστός διερωτήθηκε “Θα μπορούσα να εμβαθύνω σ'αυτήν την σκέψη αν είχα περισσότερη δύναμη”. Θα την πήγαινα στα άκρα. Η μόδα λέει “όλα είναι σχετικα”. Εγώ λέω “η ζωή είναι πολύ μικρή για να μήν είναι απόλυτη. Κι όταν είναι απόλυτη…μεγαλώνει”. Κάποιος δίπλα λέει στον φίλο του “…μην το ψάχνεις”. Ναι, αυτή η φράση προοριζόταν γι'αυτόν. Κι ότι θέλει να μας πεί ο Θεός μας το λέει με το στόμα των άλλων. Η μουσική του μαγαζιού όμως ήταν καθησυχαστική. Ήρθε   η γκαρσόνα και ζήτησε να πληρωθεί. Το σύμπαν ενοχλήθηκε γιατί αποσπάσθηκε. Έπρεπε να σκεφτεί τα ψιλά που θα'δινε και αποσπάσθηκε απ'το ωραίο τραγούδι. Σκέφτηκε τον θάνατο κι ότι δεν έπρεπε να χάνει ωραίες στιγμές για κανέναν λόγο. Επιπλέον η γκαρσόνα είχε κι αυτή ένα ύφος υπήρμενο. Σαν να ήταν βασίλισσα που για λιγο υποχρεώθηκε να δουλέψει. Όμως το 'σύμπαν' κατανόησε το ύφος της γκαρσόνας απέναντι του, αφού αυτή υπερτερούσε εμφανισιακά. Αυτός ήταν αξύριστος. Όμως η ατημέλητη εμφάνιση του συνδυαζόταν με το αστραφτερό του βλέμμα….ή έτσι νόμιζε. Δεν τον ένοιαζε να αρέσει στα κορίτσια κι αυτό του αφαιρούσε σημαντικό έρισμα από το να είναι εμφανίσιμος. Έριξε ένα βλέμμα στους θαμώνες και τους φαντάστηκε νεκρούς. Όμως αυτός όχι. Αυτός δεν θα πέθαινε ποτέ. Είναι ένα απο τα δώρα του Θεού που τον διάλεξε. Δεν μπορούσε όμως να βρεί κανέναν σοβαρό λόγο γιατί ήταν αυτός ο εκλεκτός. Τελικά το απέδωσε στην τύχη. Ο Θεός έριξε ένα βελάκι στα τυφλά που έδειξε αυτόν. Ένας εκλεκτός κατά τύχη παύει νά'ναι εκλεκτός; Πρέπει να βρεί όλους τους άλλους στον κόσμο που είναι στο δικό του περίπου επίπεδο. Ξέρει ότι είναι περίπου 6.000….αλλά βαριέται. Ο Θεός κρατάει την ανάσα του.

Ήρθαν στην καφετέρια δύο κορίτσια. Το σύμπαν σκέφτηκε “θα κάτσουν στο διπλανό τραπέζι”. Το απαιτεί η μεταφυσική μου γοητεία. Θεέ μου αν υπάρχεις δείξ'το μου. Βάλ'τες να κάτσουν δίπλα μου.

- Ακόμα ζητάς φτηνές αποδείξεις;

- Έχεις δίκιο. Αν καθίσουν δίπλα δεν θα πειστώ περισσότερο, κι αν κάτσουν αλλού δεν θα απιστήσω περισσότερο. Γαμώτο έχω παγιδευτεί.

- Θέλεις περιπέτεια; ….Για κάνε πως δεν καπνίζεις για μισή ώρα κι εκεί να δείς περιπέτεια.

- Βαρέθηκα νά'χεις πάντα δίκιο μπέιμπι. Με αλλοιώνεις με τον θείο σου έρωτα.

Όλη η ζωή μας είναι μια κηδεία που μας ξεπροβοδίζει. Διαβάζω βαρύ φιλοσοφικό βιβλίο. Δίπλα τα γκαρσόνια μιλάνε. Κάτι μου λέει ότι μπορώ να αντλήσω νόημα κι απ'τα δύο. Κι απ'το βιβλίο κι απ'την κουβέντα τους. Ας πούμε, η γκαρσόνα πάει να τελειώσει μια φράση κι ο άλλος αρχίζει να μιλά. Η κοπέλα υψώνει την φωνή της παρόλο που βλέπει ότι ο άλλος δεν την ακούει, καθώς σκέφτεται την δικιά του φράση που τελικά επαναλαμβάνει.

Πήγα τουαλέτα. Βγαίνοντας είδα μια κοπέλα να περιμένει να μπεί. Ντράπηκα που η τουαλέτα μύριζε απ τα κακάκια μου. Ευτυχώς, τουλάχιστον είχα βουρτσίσει τις ακαθαρσίες. Αν φτάναμε τον Θεό θα είμασταν οι ίδιοι φώς. Ίσως αυτή να ήταν μια λάθος σκέψη. Αφού μόλις την σκέφτηκα, ένα ποτήρι έπεσε απ'την απροσεξία της μπάρ γούμαν.… και μια σκέψη για να αξίζει, πρέπει να αντέχει στο ύπαιθρο (Ελύτης). Είναι εντυπωσιακό πόση ελευθερία και χρόνο αποκτάς αν πάψει να σ'ενδιαφέρει το άλλο φύλο. Δεν με ενδιαφέρει να αρέσω. Ποιό είναι το επόμενο βήμα; Μα φυσικά να ξαναρχίσω να φροντίζω την εμφάνιση μου, αλλά πια, να το κάνω για τους άλλους. Ατελείωτοι λόγοι για να κάνεις κάτι, αλλά η πράξη μία. Τελικά ή κάνεις ή δεν κάνεις κάτι.

Το 'σύμπαν' αναφώνησε “Θεέ μου, τι θα με κάνεις”;

- Θα σε 'σκοτώσω'. Όσο απολαμβάνεις ….πώς θα βρούν χώρο μέσα σου να εκφραστούν τα πουρνάρια; Να μιλήσουν μέσα από σένα;  Αν αφεθείς θα σε οδηγήσω στον θησαυρό μου, στην πιό γλυκειά ηδονή ….στο να ξέρεις πώς σκέφτομαι.

- Αλήθεια; Θα μου φανερώσεις την σκέψη σου;

- Όχι βέβαια, χαχα, το πίστεψες; Παιδί μου το σώμα σου δεν αντέχει την σκέψη μου. Για το καλό σου, θα σου δείξω πολλά για τους ανθρώπους αλλά λίγα για την δικιά μου σκέψη. Είσαι αρκετά ευαίσθητος να βρείς τις κρυφές διασυνδέσεις; Τι νόημα υπάρχει στο αεράκι που φυσάει; ….και να το συσχετίσεις με το τραγούδι που τώρα ακούγεται απ'το μεγάφωνο της καφετέριας; H της των πάντων ενώσεως…

- Τώρα θέλω να καπνίσω.

- Αν κρατηθείς θα σου χαρίσω άλλη μια σκέψη μου.

- Προτιμώ να καπνίσω.

- Βλέπεις δαίμονα; Μόνος σου προτιμάς την σαρκική ηδονή και την καταστροφή που φέρνει. Ο καπνός είναι η εκδίκηση των ινδιάνων. Είσαι σε επίπεδο να καταλάβεις. Σε τέτοιο επίπεδο φτάνουν συνήθως οι καρκινοπαθείς… και μου προσεύχονται “Θεούλη μου, κάνε με καλά και τώρα ξέρω πως πρέπει να ζώ” είναι όμως αργά…. Εσύ διατηρείς μνήμη θανάτου. Κάνε παρέα με τον θάνατο. Πότε όμως θα τον νικήσεις;

- Μπορώ να τον νικήσω;

- Αμάν πια! Είσαι πονοκέφαλος. Πότε θα καταλάβεις το ύψος σου; Είσαι ο εκλεκτός!

- Η φωνή σου άλλαξε….ο σατανάς;

- Χα! Με κατάλαβες….πότε όμως πήρα την θέση του Θεού; Θυμάσαι τον διάλογο;

- Όχι, δεν ξέρω πότε μπήκες στην 'γραμμή'.

- Χα! Βλακούλη. Απ'την αρχή ήμουν ανακατεμένος.

- Ώστε πάντα είσαι ανακατεμένος στα λόγια του;

- Μόνος σου το είπες “ο Θεός δεν μιλάει”. Σου μιλάει η συνείδηση σου κοντά στον Θεό. Κι εκεί είναι που μπαίνω κι εγώ….κοίτα, για την ώρα, κι ο Θεός κι εγώ θέλουμε να σε βοηθήσουμε. Μέχρι να φτάσεις στην κορυφή. Εκεί θα διαφοροποιηθούμε. Ο Θεός θα σου ζητήσει να εκπληρώσεις το θέλημα του και γω θα σου ζητήσω να κάνεις το δικό σου θέλημα….ποιός είναι πιο καλός;

Εγώ σου ζητώ να χειραφετηθείς. Τσιγαράκι θα πάρεις;

- Νιώθω μπερδεμένος.

- Ναι, κι εμένα απ'την αρχή δεν μου γέμιζες το μάτι, αλλά εσένα διάλεξε Αυτός.

- Εσύ ξέρεις γιατί με διάλεξε;

- Ξέρω.

- Πές μου, πές μου!

- Θα σου έλεγα “επειδή έχεις καλύτερη ψυχή” αλλά…

- Δεν σε πιστεύω.

- ….Αλλά δεν θα με πίστευες.

- Πές μου την αλήθεια.

- Αλήθεια; Ζητάς απ'τον διάβολο να σου πεί την αλήθεια; Διασκεδαστικός τύπος. Αλήθεια είναι ότι πείθεις τους άλλους να πιστεύουν…κι αν ο αναγνώστης πιστέψει αυτό το κείμενο ….τότε είναι αλήθεια. Χαμογέλασες; Πόσο καιρό έχεις να χαμογελάσεις....που Αυτός σε έριξε στην σοβαρότητα των 'υψηλών στόχων' και σε τρέλανε. Δεν έχει χιούμορ αυτός ….δηλαδή έχει, αλλά με το δικό του χιούμορ δεν γελάει κανένας, εκτός απ'τα παιδιά. Όλα όμως είναι γραμμένα σ'αυτό το βιβλίο.

- Και τι λέει το βιβλίο;

- Ότι θα χάσω. Αλλά θα χάσω μεγαλοπρεπώς….στο παρα τρίχα.

- Κι εγώ; Εγώ τι θ'απογίνω;

- Στ'αρχίδια μου τι θ'απογίνεις…αντίο για την ώρα.

….Κι έλεγα κι εγώ, πολύ όμορφα μου μιλούσε ο σατανάς….λοιπόν, ανασυγκρότηση! Έχουμε έναν πλανήτη να σώσουμε. Κατ'αρχήν ραντεβού με τον πατριάρχη. “Κρατήσου απ'το παρόν”. Να μετρήσω όλα τα δέντρα που βλέπω μπροστά μου; Ναι, ο απλός λυρισμός του συγκεκριμένου. Να επισκευτώ τον πατριάρχη. Αφού τον λένε 'Παναγιότατο' ίσως είναι καλό τυπάκι. Απ'τούς τίτλους ισχύει το 5% Χα! Θα προσπαθήσω να τον πείσω να….θα δείτε.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                           ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11. ΛΟΓΙΣΜΟΙ                                                 

   Ο Χριστός ξενυχτούσε με λογισμούς…που θα χρειάζονταν πολλές σελίδες να αναλύσουμε. Το βασικό είναι ότι ο Θεός τον αγαπά και του ανέθεσε αποστολή. Αλλά για να γίνει αυτοκράτωρ πρέπει να γίνει Εαυτοκράτωρ. Η πνευματικότητα του πια έχει αρχίσει να σωματοποιείται. Με κάθε νέα σκέψη αληθινή που σκεφτόταν ένοιωθε ένα μούδιασμα στην πλάτη του., σαν ηλεκτρική εκκένωση. Σκεφτόταν χαοτικά προς όλες τις κατευθύνσεις (ο νούς όρνεον ταχυπετές) και τότε απ'το σαλόνι ακούστηκε ένας ήχος. Δεν έδωσε σημασία, άνοιξε την τηλεόραση μπροστά απ'το κρεβάτι του και χαιδεψε την γάτα του, τον Οσμάν. Η ώρα πήγε δύο και τότε πρόσεξε μια εφήμερη λάμψη στην απέναντι πόρτα του μπάνιου. “Ρε λες να είναι κανένας διαρρήκτης εδώ; Εχω το καλύτερο αντικλεπτικό, δηλαδή το κλειδί μου στην εξώπορτα, απ'την έξω μεριά”. Γύρισε πλευρό κι αποκοιμήθηκε με την ευχάριστη σκέψη ότι ο Θεός στον ύπνο μας ακουμπά πιο εύκολα αφού ο εγκέφαλος χωνεύει τα συμπεράσματα απ'τις εμπειρίες της προηγούμενης μέρας. Ξύπνησε μετά από δύο ώρες εξαιτίας ενός θορύβου. Τότε, τον είδε μπροστά του στο σκοτάδι να ψάχνει για λεφτά στο παντελόνι που ήταν ριγμένο πάνω στην καρέκλα. “Αδελφέ, τα βιβλία μου είναι πιο σημαντικά απο τα χρήματα που ψάχνεις. Τα χρήματα που ψάχνεις είναι στο παλτό. Σ'ευχαριστώ αδελφέ που μου θύμισες ότι πρέπει να δίνω λεφτά στους φτωχότερους. Αν προσευχηθείς μαζί μου θα σου πώ που είναι και τα χρήματα της μάνας μου.... Είπα 'μάνα' και θυμήθηκα ένα λάθος του Χριστού. Έτρεχε στα ξεροχώραφα να πείσει τους αγράμματους ψαράδες και δεν ασχολήθηκε με το να πείσει το περιβάλλον του. Και είπε “ουδείς προφήτης στον τόπο του”. Εσύ ξέρεις γιατι με ληστεύεις; Γιατί ο Θεός δεν είναι τέλειος, τουλάχιστον όχι στην ώρα που μιλάμε. Κι επειδή δεν είναι τέλειος, δεν είμαι κι εγώ. Γι'αυτό και αντί να με καταλάβεις θα με περάσεις για τρελό. Και είμαι τρελός επειδή σου μιλάω. Σου μιλάω ελπίζοντας. Τότε, ο ληστής μίλησε.....πεινάω είπε. Έχωσε το χέρι στο παλτό το έβγαλε με 150 ευρώ κι έφυγε.                                                                   

Ο Χριστός δεν είχε πια ύπνο. Βγήκε στον δρόμο. Μπροστά του περπατούσε μια κοπέλα. Ο Χριστός ένοιωσε ότι αυτή φοβόταν να τον ακούει να περπατά πίσω της. Γι'αυτό και τάχυνε το βήμα του, περπατούσε στο ίδιο ύψος μ'αυτήν αλλά σε απόσταση. Του ήρθε να εναρμονίσει τον βηματισμό με τον δικό της για να νιώσει αυτή πιο οικεία. Έτσι περπάτησαν μαζί για μισό λεπτό και μετα ο Χριστός τάχυνε το βήμα του και την προσπέρασε με την σκέψη που τηλεπαθητικά ήθελε να της περάσει “γαλήνη σε σένα, είμαι ο Χριστός και μπαίνω στον χρόνο για να σε ευλογήσω”. Σε λίγο ο δρόμος χωριζόταν σε δύο. Ο Χριστός πήγε στον δεξιό κι η κοπέλα στον αριστερό. Καθώς απομακρυνόταν, ο Χριστός της φώναξε “χάρηκα που τα είπαμε”… Ο Χριστός όδευε προς το 'Έβερεστ' της Καμάρας σκεπτικός. Ξέρει ότι είναι περίπου Χριστός κι όχι εντελώς Χριστός ακόμα. Τι τον εμποδίζει; Δεν μπορεί να κάνει θαύματα. Και δεν μπορεί επειδή δεν τον έχει ακόμα πιστέψει κανένας. Δεν είναι τυχαίο, την πρώτη φορά, ο Χριστός, δεν έλεγε “σε έσωσα” αλλά “η πίστη σου σε έσωσε”. Εδώ είναι το πρόβλημα. Μόνο ο ίδιος ξέρει πως είναι ο Χριστός και κανένας άλλος. Και αν αποκαλύπτονταν αυτοί που θα τον πίστευαν λιγότερο και θα τον καταδίωκαν είναι οι σύγχρονοι Φαρισαίοι, οι πνευματικοί τάγοι, οι μητροπολίτες. Στο όνομα του Χριστού είναι έτοιμοι να σκοτώσουν και τον Χριστό. Είναι όμως αναγκαία τα θαύματα; Για έναν πιστό καμιά απόδειξη δεν είναι αναγκαία και για έναν άπιστο καμιά απόδειξη δεν είναι αρκετή. Αν, στο όνομα του Θεού, Αυτός, εμφανίσει μια τούρτα μπροστά σε έναν άθεο, ο άθεος και πάλι δεν θα πιστέψει. Παρόλο που θα κάτσει να την φάει... Πρέπει συνεχώς να αναθεωρεί, ειδικά όσον αφορά το μεταφυσικό τοπίο. Είχε πει ότι ο Θεός είναι γυναίκα. Μπορεί να κάνει λάθος. Ίσως ο θεός έπλασε τον κόσμο με ηπήρμενη τελειομανία…και κάτι δεν πήγε καλά. Για να διορθώσει τον πίνακα, ρίχνει συνεχώς νέες πινελιές, πότε μικρές και πότε φαρδιές, για να δημιουργήσει μικρές και μεγάλες αρμονίες. Μια μεγάλη φαρδιά πινελιά ήταν κι ο Χριστός, την πρώτη φορά. Βλέπει μετά ότι οι άνθρωποι αντί να φωτιστούν, άρχιζαν να σφάζονται και στο όνομα του Χριστού. Φτού, απελπισία…

Συμπέρασμα.  Είμαστε εναγώνιες πινελιές του Θεού προκειμένου να φτιάξει το αριστούργημα.. Και θα τα καταφέρει. Οπότε τώρα ο Χριστός έρχεται απ'το παρελθόν και το μέλλον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12. ΟΠΟΥ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΝΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ (ΓΙΑ ΛΙΓΟ).

    Πρέπει όμως να καταλάβει τα λάθη της πρώτης φοράς. Βέβαια, μπορούμε να παραδεχτούμε ότι όλα ήταν θεικό σχέδιο, αν όμως το δούμε λογικά οτι και ο Χριστός έκανε λάθη. Δεν έπεισε τους δικούς του. Μετά, έλεγε πάντα “Είμαι ο Θεός”. Αυτό προκαλεί. Όχι, αυτήν την φορά ο Χριστός θα λέει “είσαι κι εσύ Θεος” στον συνομιλητή του …ή τουλάχιστον, “έχεις κι εσύ θεική πλευρά”. Το μεγαλύτερο όμως λάθος του είναι ότι δεν έπεισε τους πνευματικούς αρχηγούς, τους Φαρισαίους. Αν τους είχε πείσει, η μάζα θα ακολουθούσε. Τώρα θα ακολουθήσει άλλον δρόμο και δεν θα κάνει τα ίδια λάθη. Γιατί αυτήν την φορά πρέπει να τα καταφέρει ζωντανός κι όχι με κάποια ανάσταση. Τότε ο Χριστός έκανε μια περίεργη σκέψη....μήπως δεν ηταν ο Χριστός αλλά ο Αντίχριστος; …Αφού αμφισβητεί την πορεία που διάλεξε τότε, την πρώτη φορά.  Χα!...αν είναι ο Αντίχριστος γιός του διαβόλου, τότε μπορεί να ισχύει το εξής. Ο Θεός είπε στον σατανά “έτσι που τα σκάτωσες, διόρθωσε τα τώρα”. Κι έτσι ο σατανάς, μέσω του αντίχριστου, προσπαθεί να τα συμμαζέψει και να πείσει ότι όλα μπορούν να διορθωθούν χωρίς να περάσει κανένας απ'τον Χριστό. Είναι όλα συγχυσμένα στο μυαλό του Χριστού κι αυτός είναι ένας ακόμα λόγος να μην μπορεί να κάνει θαύματα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι έφτασε σε μεγάλο πνευματικό ύψος ώστε να πρέπει να διαλέξει αν θα είναι Χριστός ή Αντίχριστος. Η απάντηση δεν είναι τόσο αυτονόητη, αφού έφτασε σε τετοιο πνευματικό επίπεδο ώστε να αναγνωρίζει κάποια δίκια στο σατανά. Για την ακρίβεια, διαβλέπει στον σατανά ένα δίκαιο παράπονο. Το παράπονο του σατανά είναι ότι, ο Θεός, δεν τον συγχωρεί χωρίς αυτός να ζητήσει συγνώμη. Ο Χριστός σέβεται τον σατανά ως πολύ καλό αντίπαλο. Ο σατανάς έχει αρχές. Θέλει να καταστρέψει τον άνθρωπο για να πουλήσει μούρη στον Θεό.  Ο Χριστός, κατά κάποιο τρόπο, εκτιμά τους παλιανθρώπους και περιφρονεί τα παλιανθρωπάκια. “Να'στε παγωμένοι ή καυτοί. Δεν μπορώ τους χλυαρούς”. Έτσι κι αλλιώς, ο Χριστός υποψιάζεται οτι Θεός και διάβολος είναι το ίδιο πρόσωπο που αλλάζει έκφραση (Ιανός). Άρα δεν μιλάμε για Θεό και διάβολο αλλά θεοδιάβολο….που χρησιμοποιεί τον άνθρωπο για να τα βρεί με τον εαυτό του. Είναι λοιπόν ο Θεός σχιζοφρενής; …. Είπαμε.... το υποψιάζεται. Ο χρόνος θα δείξει….

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13. ΤΙ ΣΧΕΣΗ ΕΧΕΙ Η ΗΘΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ?

     Ένας σκύλος γαβγίζει στον Χριστό κι εκείνος τον κοιτά βαθειά στα μάτια. Ο σκύλος κοκαλώνει. Ούτε κι ο ίδιος ο Χριστός δεν κατάλαβε τι εξεπεμψε το βλέμμα του για να αντιδράσει έτσι ο σκύλος. Ένα αεράκι φύσηξε πάνω στο στήθος του Χριστού προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτός, που έμαθε να αποκωδικοποιεί τα πάντα, σκέφτηκε μήπως ο Θεός δεν θέλει αυτός να φτάσει στον προορισμό του και του μηνύει να επιστρέψει στο σπίτι του. Είχε αμελήσει τους δικούς του που στεναχωριούνται γι'αυτόν, για την τρέλα του. Όσο καλύτερα νιώθει αυτός τόσο περισσότερο στεναχωριούνται αυτοί γιατί περνούν την χαρά του για μανία. Τον έχουν για άρρωστο….κι ο Χριστός το παραδέχεται.  Είναι τρελός, εντάξει. Έχει όμως αγκαλιάσει την τρέλα του, την βλέπει σαν φωτάκι στο βάθος του τούνελ. “Μακάριος όποιος του χαλάει τα σχέδια ο Θεός”.  Έχει τόση πολύ δουλειά μπροστά του. Ευτυχώς κατάφερε να ελαττώσει το τσιγάρο. Μερικές φορές είχε την πνευματική δύναμη να χορταίνει κάπνισμα βλέποντας κάποιον άλλον να καπνίζει. Οι πνευματικές του δυνάμεις οξύνθηκαν, κυρίως η καρδιογνωσία. Τα πρόσωπα τον οδηγούν στην ψυχή τους αφού είμαστε, ως εμφάνιση, η αποκρυστάλλωση του εγωισμού μας. Μπήκε στα 'Έβερεστ'. Κάθησε κι απολάμβανε την αυγή. Απέναντι έξι γυναίκες. Η πιο όμορφη ήταν κι η πιο ομιλητική λες κι η ομορφιά της, της παρέδιδε ηγετική θέση. Από δίπλα της μια ξανθιά άκουγε. Αυτηνής η εμφάνιση έδειχνε oτι είχε κολλήσει στην δεκαετία του '80. Φουντωτά βαμμένα φιλαριστά προς τα πίσω μαλλιά. Δίπλα της η πιο αθώα της παρέας, σεμνή εμφάνιση, συχνά γελάκια και χαμόγελα. Τώρα γέλασε κι η ξανθιά. Γέλιο λαικό. Ξαφνικά ο Χριστός εστίασε σ'ένα κομμάτι στάχτης στο τασάκι.  Ασκείται στην τηλεκίνηση. Το κοιτάζει με την μέγιστη προσοχή και ταυτόχρονα προσπαθεί να μην σκέφτεται. Δεν γίνεται όμως τίποτα. Δοκιμάζει σ'ένα μικρότερο κομματάκι στάχτης. Πάλι τίποτα. Τότε ο Θεός του μίλησε. “Δεν θέλω ακόμα να επεμβαίνεις στα πράγματα. Θέλω να μελετάς τις εμπειρίες και τα γεγονότα που σου στέλνω. Πρέπει να καταλάβεις την ανθρώπινη ψυχή. Δεν θέλεις; …Δεν βαρέθηκες να θέλεις”;....... Τότε 'μίλησε' και η στάχτη. “Μην νομίζεις, κι εγώ θέλω να κινηθώ αλλά πρέπει να ξέρεις τον τρόπο. Ευχαριστώ πάντως που με καταδέχεσαι. Δεν μου συμβαίνει συχνά. Ποιός ασχολείται με την νεκρή ύλη σημερα; Παλιότερα όμως οι μύστες συνομιλούσαν με τις πέτρες. Και οι πέτρες τους δίδασκαν. Τους μάθαιναν να μην περιφρονούν τίποτα αφού τίποτα δεν είναι πραγματικά νεκρό. Και τα χαλίκια είναι από μόρια που δονούνται. Όπως εσύ προσπαθείς να επικοινωνήσεις με την στάχτη, έτσι κι ο Θεός προσπαθεί να σου μιλήσει. Και για να συνεννοηθείτε είναι τόσο δύσκολο όσο το να επικοινωνήσεις με μια κατσαρίδα και να της φανερωθείς ….να σε καταλάβει. Αυτό είσαι. Μια απ'τις πολλές κατσαρίδες που σουλατσάρουν στο μέτωπο του Θεού και που Αυτός τις ανέχεται. Ή ίσως μια επίμονη μύγα που στο μέτωπο του αναζητούσε απαντήσεις. Και για να απαλλαγεί από σένα….. σ'ευλόγησε. Σου φόρτωσε μεγατόνους αλήθειας να έχεις να παίζεις μέχρι τα γεράματα. Ο Χριστός έστρεψε το βλέμμα του στους θαμώνες…και τότε συνέβη το θαύμα. Τα πρόσωπα τους στα μάτια του άρχισαν να παραμορφώνονται και να αποκτούν δαιμονική έκφραση. Αλλά το είδος της παραμόρφωσης διέφερε στον καθένα. Σκέφτηκε “πώς θα τους αγαπήσω όταν διακρίνω τόση ασχήμια στους ανθρώπους”;.....Ψυχραιμία. Πρέπει να το συνηθίσω. Γι'αυτά τα τέρατα πρέπει να θυσιαστώ; Να γίνω δώρο απ'τον Θεό σ'αυτούς”; Η συνείδηση του Χριστού μιλά “Σου'ρχεται συνειδησιακό κύμα επίγνωσης”. Πρώτα ένα ρίγος στην σπονδυλική στήλη και μετά η σκέψη. “Ναι. Ειμαστε φρακταλς”. Δεν χρειάζεται άμεσα ν'αποκαλυφθώ στον κόσμο. Η συμπεριφορά μας επηρεάζει το κόσμο διαπλανητικά. Όσο βελτιώνομαι επηρεάζω τους άλλους μυσθαγωγικά. Τα φράκταλς διατηρούν κάτι απ'την δομή του συνόλου και το επηρεάζουν. Κι ο συνειδητός ακόμη περισσότερο. Τότε ο Χριστός κατάλαβε κάτι για τον χαρακτήρα του. Έβλεπε 'σύνολα'. Κάποτε η μητέρα του τον ρώτησε, “γιατί δεν στρώνεις ποτέ το κρεβάτι σου”; κι αυτός της απάντησε. “το να στρώσω το κρεβάτι μου δεν αφορά την ανθρωπότητα”. Τώρα όμως ξέρει.» ακόμα και το να στρώνεις το κρεβάτι σου επηρεάζει τον κόσμο μεταφυσικά». Είναι η δύναμη του παραδείγματος (με την πιο ρεαλιστικη εννοια). Και το να στρώνεις το κρεβάτι σου θα επηρεάσει μετά την εκλέπτυνση του λόγου σου. Είναι λοιπόν σημαντικό να κάνουμε αυτό που δεν θέλουμε. Είμαστε κολλημένοι στους χαρακτήρες μας σαν παγωμένα αγάλματα σε διάφορες στάσεις. Ο Χριστός σ'αυτό διαφέρει. Ξεπάγωσε κι αρχίζει να κινείται. Αυτό κι αν είναι ελευθερία!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14. ΟΠΟΥ ΕΝΑΣ «ΤΡΕΛΟΣ» ΣΥΝΑΝΤΑ ΕΝΑΝ ΤΡΕΛΟ.

      Στο καφέ τέτοια ώρα μόνο περίεργοι κυκλοφορούν. Ελάττωσε τα τσιγάρα στα 5 την ημέρα κι έτσι αρχίζουν τα κουφά. Σκέφτεται....με την σειρά, ένα, ένα. Πρέπει να μυηθώ στην στέρηση και στην αρετή της φτώχειας. Δεν καπνίζω κι έχω ένταση. Κάνω πρωταθλητισμό ηθικής. Ηθική είναι μια πρόταση για καλή ζωή. Μια ζωή ειδομένη υπό το πρίσμα της αιωνιότητας. Μα τελικά όλα είναι τόσο απλά….Απλά ζήσε ως Χριστός. Γίνε Χριστός και μην κάνεις τίποτα. Θα πάρουν όλα τον δρόμο τους. Δεν σκοτώνω πια τις κατσαρίδες στο σπίτι μου. Αγαπάμε τον σκύλο μας και τον καθαρίζουμε από τα τσιμπούρια. Ποιός λυπάται τα τσιμπούρια;...  Προπόνηση στην στέρηση των ηδονών που απολαμβάνεις μόνο ώς αύρα.  Μιλάς με μια γυναίκα και οσφραίνεσαι μόνο την θηλυκότητα της”. Εκείνη την ώρα περνούσε μια γάτα. Ο Χριστός αποφασίζει να της αποκαλυφθεί κι είναι το πρώτο πλάσμα στο οποίο αποκαλύπτεται. Βυθίζει με δύναμη το βλέμμα του στα μάτια της και ψυθιρίζει.....  “είμαι ο Χριστός”. Το βλέμμα της γάτας μαγνητίστηκε για 3 δευτερόλεπτα και μετά έγινε αδιάφορο. Το βλέμμα της του έλεγε “το ξέρουμε ότι είσαι ο Χριστός ρε καρμίρη. Επιτέλους κάνε κάτι μ'αυτό. Το φώς ξέρει ότι είναι φώς και δεν έχει ανάγκη να το αποδεικνύει. Το νοιάζει μόνο να φωτίζει, να βοηθάει. Είσαι σαν έναν πολιτευτή που καταφέρνει να γίνει πρωθυπουργός. Και τους υπόλοιπους μήνες τους ξοδεύει λέγοντας σ'όποιον συναντά, είμαι πρωθυπουργός! Το πιστεύεις; Είμαι πρωθυπουργός'. Κι όλοι οι άλλοι θέλουν να του πούν Αμάν βρε! Όλη η χώρα ξέρει ότι είσαι πρωθυπουργός. Δεν θ'αρχίσεις επιτέλους να κυβερνάς”;

Αυτό ήταν το βλέμμα της γάτας. Ο Χριστός συνήλθε. Εκείνη την ώρα μπαίνει ένας τρελός στο καφέ, στο είδος της τρέλας που είχε ο Χριστός. Ο τρελός χαιρέτησε φωναχτά τους υπαλλήλους κι ήθελε να τους σφίξει το χέρι έναν έναν. “Εσύ γιατί δεν με χαιρετάς”; λέει σε μία υπάλληλο. “Δεν είσαι άνθρωπος;...πού'σαι ρε Διογένη με το φανάρι σου”! Κουβαλούσε δύο κλαδιά στην μασχάλη του. Άφησε τις χαιρετούρες κι άρχισε να κουνάει τα κλαδιά σαν μαέστρος. Μόνο ο Χριστός μπορούσε να εξηγήσει την συμπεριφορά του τρελού. Κουνούσε τα κλαδιά επειδή πίστευε ότι εκείνη την ώρα διεύθυνε την συμπαντική αρμονία. Τον ύμνο του κόσμου προς τον Θεό. Ο Χριστός έβαλε διάγνωση κι έπρεπε να προχωρήσει στην θεραπεία. Του λέει “φίλε μου εμένα δεν με χαιρέτησες…”

- Όχι μόνο θα σε χαιρετήσω αλλά θα σου φιλήσω τα πόδια. Γιατί μόνο ένας Θεός μπορεί να συλλάβει το απύθμενο βάθος του μηνύματος που εκπέμπω.

- Με θεωρείς Θεο;

- Ναι, είσαι θεός, όχι Ο Θεός….Όμως εγώ είμαι πάνω από σένα. Δεν υπάρχει λέξη γι'αυτό που είμαι….κι η λέξη 'Θεός' είναι μικρή για να με χαρακτηρίσει.

- Ισως είσαι κάτι παραπάνω απ'τον Θεό γιατί είσαι άνθρωπος. Ο Θεός δεν έχει μέσα του τον διάβολο, ο διάβολος δεν έχει μέσα του τον Θεό. Ο άνθρωπος όμως τους εμπεριέχει και τους δύο και απ'αυτήν την άποψη τους υπερβαίνει.

- Σωστά! Εσύ είσαι Θεός και γω κάτι παραπάνω…τώρα…..γιατί σε λίγο θα αρχίσω πάλι ν'ανεβοκατεβαίνω κλίμακες.

- Τι χάπια παίρνεις;

- Ζιπρέξα, αλλά τα σταμάτησα.

- Φαίνεται…Αδελφέ, θέλεις γαλήνη;

- Μού'ρχεται να κλάψω που ακουμπάς την υπερθεεική μου ψυχή….και δεν με θεωρείς τρελό όπως  όλοι οι άλλοι, οι τρελοί.

- Κι εγώ σε θεωρώ τρελό αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν λες αλήθεια.

- Τι είναι αλήθεια;

- Τι είναι αλήθεια; Αυτό με ρώτησε κι ο Πιλάτος την προηγούμενη φορά. Δεν του απάντησα γιατί δεν θα με πίστευε.

- Θεέ, θα απαντήσεις σε μένα; Έχω αυτήν την ευλογία να με καταδεχτείς να απαντήσεις;

- Αλήθεια …είμαι εγώ.

- Τσού ρε λάκη, εγώ είμαι η αλήθεια. Είμαι κι ο θεός ήλιος κι έχω ως αποστολή να επισκευάσω το αποχετευτικό σύστημα της Αριδαίας.

(Άρχισε να μαζεύεται κόσμος).

- Ας κοιταχτούμε στα μάτια λοιπόν, να δούμε ποιός είναι η αλήθεια.

Κοιταζόντουσαν για 15 δευτερόλεπτα. Ξαφνικά ο τρελός σηκώνει το χέρι του έτοιμος να χτυπήσει τον Χριστό. Ο Χριστός έμεινε ατάραχος να τον κοιτά. Το χέρι έμεινε μετέωρο στον αέρα. Ο τρελός πέφτει στα πόδια του Χριστού. “Είσαι η αλήθεια! Εγώ είμαι ένα ψέμα μπροστά σου. Γιατί εσύ είσαι η αλήθεια μέχρι θανάτου. Εγώ είμαι παραλίγο αλήθεια και έτσι είμαι ένα μεγάλο ψέμα”!

- Θέλεις αλήθεια; λέει ο Χριστός. Θέλεις γαλήνη;  

Ο τρελός άλλαξε έκφραση κι έγινε δαιμονισμένος.

- Σιγά μην μου δώσεις εσύ γαλήνη! Θα βγάλω το μάτι σου και θα κατουρήσω μέσα. Μαλάκα!

Ο τρελός ξανασήκωσε το χέρι αλλά αυτήν την φορά το κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του Χριστού που γκρεμίστηκε κάτω. Ο τρελός “με την μύτη σου γαμώ τον κώλο κι έτσι γαμώ το σύμπαν”!

Ο Χριστός πεσμένος προσευχήθηκε, είπε δηλαδή “Θεέ μου βοήθα”. Μετά φώναξε “δαίμονα! άφησε αυτό το σώμα”.

Ο τρελός έμεινε ακίνητος και τότε ….ακούστηκε ένα κακάρισμα….από αλλού. Από μια υπάλληλο. “Δαίμονα φύγε”. Το ακάθαρτο πνεύμα άλλαζε σώματα. “Δαίμονα φύγε, δαίμονα έλα σε μένα”. Ένας υπάλληλος έσκουξε “δεν μπορώ να μπώ σε σένα γιατί είμαι ερωτευμένος μαζί σου”. “Δαίμονα, αφού μ'αγαπάς υπάκουσε! Άσε τις ψυχές ήσυχες. Άσε αυτά τα δοχεία καθαρά”.

Έπεσεγαλήνη. Τοραδιόφωνοέπαιζε “i am a woman in love”. Κανείς δεν ήξερε τι να πεί. Μια κυρία είχε αναγνωρίσει τον Χριστό απο την τηλεόραση”. Ο άντρας μου έχει πεθάνει. Είναι καλά εκεί που είναι;”

- Ο άντρας σας είναι καλά αλλά έχει παράπονο που δεν μπόρεσε να τον καταλάβετε όσο ζούσε.

Αυτά είπε ο Χριστός και βγήκε στον δρόμο.  Κανείς δεν τον ακολούθησε. Βγαίνοντας είδε την γάτα. Τώρα είχε άλλο ύφος. Σαν να χαμογελούσε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15. ΣΕ ΠΕΙΡΑΣΜΟ

   Άρχισε να τρέχει. Μέσα του είχε ψύγματα θέρμης και ερωτισμού. Σαν να μπήκε κάτι μέσα του. Ένα μέρος του δαίμονα που καταδίωξε. Σταμάτησε να τρέχει. Μπροστά του περπατούσε μια κοπέλα με ωραίο σώμα. Με την φαντασία του την χαίδεψε στο πλευρό. Κοιτούσε το πλευρό της και το βλέμμα του γινόταν χάδι. Το σώμα της κάπως συσπάσθηκε. “Άραγε νιώθει την επαφη”; Τότε μίλησε η συνείδηση. “ΟΧΙ! Σταμάτα αυτό που κάνεις!. Κίνδυνος θάνατος”.

- Μα έχω ακόμα ανθρώπινη πλευρά...

- Υπόταξε τα ένστικτα σου. Τα ένστικτα σου σε κάνουν υποκειμενικό. Άσε το πνεύμα να σε χρησιμοποιεί. Μην χρησιμοποιείς εσύ το πνεύμα. Η δύναμη σου δόθηκε για να την πολλαπλασιάσεις και να την μεταλαμπαδέψεις. Όχι για να την χειρίζεσαι προς ιδίον όφελος. Αυτή είναι η κατάρα κι η ευλογία σου.

Για λίγο ακόμα ο Χριστός παράκουγε. Το βλέμμα του διέτρεχε την πλάτη της κοπέλας και συγχρόνισε το βήμα του με το δικό της. Τότε ξαφνικά έτρεξε και την ακούμπησε στην μέση. Η κοπέλα τινάχτηκε στο σώμα και στο βλέμμα. Τον κοίταξε. Όμως το βλέμμα της δεν έβρισκε το δικό του γιατί Αυτός δεν είχε πια βλέμμα. Το μέτι του ήταν άδειο. Έτσι το δικό της δεν είχε που να σταματήσει. Άνοιξε το στόμα της σαν να έβγαζε ένα επιφώνημα αλλά ήχος δεν βγήκε. Εκείνη την ώρα πλησίασε το αγόρι της που την περίμενε. Ο Χριστός χαμογέλασε σπασμωδικά και του ψιθίρισε “συγνώμη, νόμισα πως ήτανε δικιά μου”. Απομακρύνθηκε αφήνοντας τους άναυδους και θυμωμένα έκπληκτους. “Θεέ μου, που πήγα να μπλέξω…ελπίζω να μην έμεινε έγκυος, χα... Η επωδος μας προς το φώς έχει για στολίδια τα λάθη μας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16.Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΣΚΟΡΠΙΑΣ ΣΚΕΨΗΣ

    Κατευθυνόταν προς την μητρόπολη για να ζητήσει ακρόαση απ'τον μητροπολίτη. Έξω από ένα κλειστό σουβλατζίδικο ένα άδειο τραπέζι και πάνω του ένας ξεχασμένος αναπτήρας. Είχε ωραίο χρώμα μενεξεδί. Άπλωσε το χέρι του κι έβαλε τον αναπτήρα στην τσέπη του. Τον έβγαλε ξανά για να δεί αν λειτουργεί. Δεν είχε πρόβλημα ο αναπτήρας. Κοντοστάθηκε, γύρισε κι έβαλε τον αναπτήρα στην μοναχική του θέση. Άρχισε να ψιλοβρέχει. Μάλλον ο Θεός συγκινήθηκε. Έφτασε στη μητρόπολη οπου πληροφορήθηκε που είναι το γραφείο του μητροπολίτη. Πήγε στα γραφεία. Απ'έξω ένας γραμματέας.

- Τι θέλετε;

- Θα'θελα να κλείσω ένα ραντεβού με τον μητροπολίτη.

- Για ποιό θέμα;

- Θα'θελα να του δώσω κάποιες συμβουλές…

- Συμβουλες;...Εσείς ποιός είστε?...και μη μιλάτε τόσο χαμηλόφωνα, δε σας ακούω.

- Είμαι αυτός που υπηρετεί και στον οποίο οφείλει την θέση του. Θα έπρεπε να φοράω χιτώνα για να με καταλάβετε;

- Μήπως πιστεύετε ότι είστε ο Χριστός;

- Μπράβο οξυδέρκεια…

- Σας είδα στην τηλεόραση. Ξέρετε δεν εκπλήσσομαι. Στα 12 χρόνια που δουλεύω εδώ έχουν έρθει 3 'Μεσσίες'.

- Εγώ δεν διαφέρω απ'τους άλλους;

- Διαφέρετε στο ότι το πιστεύετε περισσότερο απο τους άλλους. Δηλαδή είστε πιο τρελός απ'αυτούς.

- Και δεν φοβάστε μην θυμώσω;

- Πάνε χριστιανέ μου σε κανέναν γιατρό…

- Θα'πρεπε ίσως να σας κάνω κανένα θαύμα…κοιτάξτε με λοιπόν στα μάτια παρακαλώ και θα τα καταλάβετε όλα.

- Θέλετε να φωνάξω την ασφάλεια;

- Οχι καλέ μου άνθρωπε. Φεύγω. Τόσο ψύχος δεν συνάντησα σε άλλο 'μαγαζί'.

Βγήκε στον δρόμο. Τα'βαζε με τον εαυτό του που δεν πήγε προετοιμασμένος στην μητρόπολη. Βλέπει έναν ζητιάνο με μούσι σαν τον Μαρξ. Τον ρωτάει

- Ποιός είσαι;

- Ο Ηλίας.

- Ένας Ηλίας; …ή Ο Ηλίας;

- Όπως το πάρεις, είπε αυτός. Εσύ ποιός είσαι;

Ο Χριστός έφυγε χωρίς να απαντήσει. Βρισκόταν ανάμεσα στους δύο κόσμους, τον πραγματικό και τον μεταφυσικό. Κατείχε δυνάμεις που ούτε ο ίδιος μπορούσε να ελέγξει. Μπήκε σε ένα καφέ να ηρεμήσει. Λίγος κόσμος εκεί. Κάθησε σ'ένα τραπέζι. Σ'ένα κοντινό τραπέζι μια κοπέλα. Νύσταζε και φαινόταν ξενυχτισμένη. Αυτός της έπιασε κουβέντα. Μετά από λίγο αυτή του είπε “πάμε μια βόλτα”. Περπατώντας τον ρώτησε “θέλεις να κάνουμε σεξ”;

- Πόσα θες;

- 30 ευρώ.

- Ξέρεις δεν μπορώ να κάνω έρωτα επι πληρωμή.

- Ας τα αυτά, απλώς δεν σου αρέσω….δεν έχω που να κοιμηθώ…

- Θες να κοιμηθείς σπίτι μου;

- Οκ.

Πήραν το λεωφορείο και αυτή έγειρε στο πλευρό του. Φτάσανε στο ρετζίκι. Σιγύρησε το εργένικο διαμέρισμα του και το σαλόνι του που ήταν γεμάτο πίνακες. Παράλληλα παρακολουθούσε το βλέμμα της. Αυτή ούτε που έριξε ένα βλέμμα στους πίνακες, ούτε μια έκφραση δυσαρέσκειας έστω. Την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα. Αυτός ξάπλωσε στον καναπέ του σαλονιού και δεν τον έπαιρνε ύπνος. Την άκουσε να κλειδώνει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας από μέσα. Αυτός ένιωθε ότι όλα όσα κάνει ο ίδιος τα κάνει μηχανικά, σαν υπνοβάτης.

- Θεέ μου που με οδηγείς; (καμία απάντηση).

- Θεέ μου;

- Μεγάλωσες πια, πρέπει να πάρεις τις δικές σου αποφάσεις. Δεν μ'ενδιαφέρει τόσο να σώσεις κανέναν. Πιο πολύ θέλω εσύ να'σαι ευτυχισμένος. Σου χάρισα την δύναμη. Εσύ τώρα κάνε ότι θέλεις.

- Νιώθω όμορφα μόνο ως δώρο.

- Τώρα πια ξέρεις ότι δεν θα πεθάνεις ποτέ…Το σώμα σου όμως θα πεθάνει μιαν ώρα αρχήτερα έτσι που καπνίζεις. Πρόσεχε το σώμα σου. Κάνε γυμναστική.

Κι έτσι έχουμε μια πόρνη που κοιμάται σε ξένο σπίτι κι έναν Χριστό να κάνει πους απς στο σαλόνι. Του ήρθαν διάφορες μνήμες. Τότε που ο ψυχίατρος πατέρας του τον πλησίαζε με μια σύριγγα. Απο πίσω η μάνα κι ο αδελφός.

- Δεν φοβάμαι να πεθάνω λέει Αυτός.

- Δεν σε σκοτώνω…Μια ένεση θα σου κάνω να ηρεμήσεις.

- Σκοτώνεις αυτήν μου την συνειδησιακή κατάσταση. Παίρνεις τα λόγια μου για θρησκευτικό παραλήρημα και δεν θες ν'ακούς τον λόγο του Θεού απ'το στομα μου, γι'αυτό με σκοτώνεις. Προτιμάς να σκοτώσεις τον γιό σου προκειμένου να μην ακούς την φωνή του Θεού απ'το στόμα του. Μ'αγαπάς αλλα όχι περισσότερο απ'την θεία σου…Θα δεχτώ την ένεση αν συμφωνήσει η μαμά.

Η μητέρα ήταν η μόνη θρήσκα απ'τους τρείς κι ήταν η μόνη που καταλάβαινε ότι τα λόγια του είχαν νόημα, ενώ οι άλλοι, ως άθεοι τον έπαιρναν για μανιακό. Βέβαια πρέπει να τους καταλάβουμε γιατί Αυτός δεν ήταν από παλιά θρήσκος αλλά ξαφνικά μετά από εκείνο το ταξίδι στην Μύκονο, 'λάλησε'....αλλά γι'αυτό θα μιλήσουμε μετά.... Τώρα πατέρας κι αδελφός πέφτουν πάνω στην μητέρα και αυτή βρίσκεται σε κατάσταση τραγική. Τελικά συμφώνησε με τον γιατρό πατέρα κι ο ασθενής δέχεται την ένεση με την σκέψη “αν αυτό που ζω και σκέφτομαι είναι αληθινό, δεν θα επηρεαστεί από τα φάρμακα”. Καθώς του έκαναν την ένεση για να 'λογικευτεί' είπε. “Φέρνω μηνύματα απ'την χώρα των τρελών. Είμαι η εκδίκηση των τρελών, είμαι η εκδίκηση των πελατών σου πατέρα. Εμείς οι τρελοί στεκόμαστε, για χάρη σας, απέναντι στην άβυσσο (Χειμώνας)….κι όταν φέρεσαι καλόψυχα βάζεις τους άλλους σε πειρασμό να σ'εκμεταλλευτούν…

Επιστροφή στα πους απς. Στο τέταρτο ο Χριστός σταμάτησε κι άρχισε τους λογισμούς. Ο χρόνος είναι το πονηρόν (ο σατανάς).Τα ζώα που δεν έχουν μνημική ιδιότητα αιμομυκτούν (Πεντζίκης). Οι άνθρωποι έχουμε γνώση του χρόνου και του θανάτου που έρχεται. Αυτό μας κάνει αλόφρωνες να προλάβουμε να απολαύσουμε. Τα παιδιά αγνοούν τον θάνατο κι έτσι δεν υπάρχει παιδί άχαρο. Στις παλιές πρωτόγονες κοινωνίες όλα συνδέονταν με τον μύθο. Οι δυτικοί είδαν τα πράγματα χωρίς τον μύθο τους κι έτσι μπόρεσαν να τα γνωρίσουν και να τα ελέγξουν. Ακόμα κι ο Θεός, ως τελικός μύθος απομακρύνθηκε ως ένα αφηρημένο σχήμα. Ο δυτικός πολιτισμός πέρασε απ'τον παγανισμό, οπου κάθε δέντρο έκρυβε και θεική οντότητα, στο 12θεο ως αφαίρεση της θεικότητας σε 12 εκφάνσεις. Στον Χριστό η απόλυτη αφαίρεση. Ένας Θεός. Ίσως όμως αυτός ο Θεός να είναι ο ασπασμός, η αγάπη που είναι η σχέση των ιδεατών μας εαυτών. Απ'αυτήν την πλευρά, Θεός είναι κατάσταση συνείδησης, Θεός είναι ότι μας ενώνει. Αν σήμερα ένας άνθρωπος κρατηθεί απλά καλός άνθρωπος, θα ανέβει πιο ψηλά από αγίους άλλων εποχών. Κι άγιος είναι αυτός που ξέρει όλα του τα ελαττώματα. Κάτι που τον κάνει συγκαταβατικό με τις αμαρτίες των άλλων. Ξέρει ότι μπρός στα μάτια του Θεού είμαστε όλοι κακομαθημένα παιδάκια. Οι άνθρωποι φοράνε μάσκες διαφόρων ζώων. Αν τους βγάλεις την μάσκα από κάτω είναι παιδάκια. Και για να τους βγάλεις την μάσκα, αρχικά, πρέπει να αποδεχτείς την ωραία εικόνα του εαυτού τους που σου πλασάρουν. Οι άνθρωποι κάνουν φίλους αυτούς που αποδέχονται αυτήν τους την ωραία εικόνα και εχθρούς αυτούς που την αρνούνται. Ηθική, λογική, αισθητική. Οι τρείς εκφάνσεις του ιδίου πράγματος, του πνεύματος. Δεν είναι μέρος όμως του κόσμου αλλα συνθήκες του κόσμου. Του πρίσματος μέσα απ'το οποίο βλέπεις τα πράγματα. Αν χάσεις την ηθική σου θα χάσεις και την λογική σου. Γι'αυτό το τελευταίο βήμα του ακόλαστου είναι το εξωφρενικό. Όπως η Μεσαλλίνα που παντρεύτηκε επίσημα έναν άλλον, όταν ο σύζυγος της και αυτοκράτορας Κλαύδιος απουσίαζε από την Ρώμη για διακοπές. Αν χάσεις την λογική σου θα χάσεις και την αισθητική σου όπως κάποιοι τρελοί που τρώνε τα κόπρανα τους. Η αληθινή κόλαση όμως έρχεται όταν (θα σας φανεί παράξενο)…όταν μπορείς να κάνεις ότι θέλεις. Τότε είναι που θα συχαθείς την ζωή σου ανακαλύπτοντας ότι όλα οσα αποσκοπούσες φέρνουν το κενό που έκρυβαν. Tότε η συνείδηση μίλησε.....Όλα όσα σκέφτηκες μέχρι τώρα ήταν παγίδες του σατανά. Αφού ο νούς είναι 'όρνεον ταχυπετές'….Αλήθεια, μόνο την ταπείνωση έχεις ως όπλο. Κι ο Χριστός την πρώτη φορά έπλενε τα πόδια των μαθητών του. Γιατί όμως λες αυτά που λες;  Για να ειπωθούν. Έτσι ….Το άχρονο πνεύμα ψάχνει εναγωνίως καθαρούς αγωγούς για να γειωθεί σε τόπο και χρόνο. Ο σατανάς δεν σ'έπιασε στην ηδονή, σε πιάνει στον οικουμενισμό. Γίνε χριστιανός ορθόδοξος , σεβάσου το χώμα που σε γέννησε. Δεν πρέπει να μιλάμε για φως, πρέπει να εέμαστε φως. Δεν θέλω να νικάς, θέλω να μάχεσαι. Ποιός θυμάται τους πλούσιους της εποχής του Σωκράτη; Αυτή η μάζα που στους αιώνες κυνηγά το χρήμα και την ηδονή, βάζει σε βάθος χρόνου, τα πράγματα στην θέση τους. Και κρατάει στην μνήμη τον Ντοστογιέφσκι και ξεχνάει τον τσάρο της εποχής του Ντοστογιέφσκι. Πρέπει να πείσεις όλο τον κόσμο για το ποιός είσαι, για να πείσεις τον αδελφό σου. Με την ασθένεια έκανες εσωτερική βουτιά που φωταγώγησε την άβυσσο σου και τώρα νιώθεις τον ίλιγγο. Κάνεις πρωταθλητισμό ηθικής και το να κυρρήσεις την ηθική, δύσκολο. Το να δικαιολογείς όμως την ηθική, λογικά αδύνατο. Γι'αυτό έχεις ανάγκη δυνάμεις μεταφυσικές.

Η ζωή της γνώσης είναι η ζωή που παραμένει ευτυχισμένη παρά την αθλιότητα του κόσμου… κι η μοναδική ευτυχισμένη ζωή είναι εκείνη που μπορεί ν'απαρνηθεί τις απολαύσεις του κόσμου (Βίττγκενσταιν).

Ο περίπου  Χριστός βγάζει τσιγάρο. Το βάζει στα χείλη του. Η φωνή της συνείδησης “μην το κάνεις”! Όλο το πνευματικό σύμπαν σου φωνάζει, “ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ”! Ο Χριστός ανάβει τον αναπτήρα. Τον φέρνει κοντά στο τσιγάρο “μην το κάνεις”! Εκείνη την ώρα ακούστηκε θόρυβος απ την κρεβατοκάμαρα. Η κοπέλα ξύπνησε. Κι ο Θεός την ξύπνησε εκείνη την ώρα για να τον αποσπάσει απ'το τσιγάρο. 

KEΦAΛAIO 17 . ΟΠΟΥ ΣΤΟ ΒΑΘΥ ΣΚΟΤΑΔΥ  ΤΑ ΑΣΤΡΑ ΛΑΜΠΟΥΝ ΠΙΟ ΕΝΤΟΝΑ.    

    Λοιπόν ανακεφαλαίωση…Θεός είναι ότι μας ενώνει. Αγάπη είναι η σχέση των ιδεατών μας εαυτών. Ψυχή είναι το άχρονο αποτύπωμα σου στον άλλο κόσμο. Με άλλα λόγια, πιο ποιητικά, ψυχή είναι ο ψίθυρος της ουσίας. Ως σύμβολα Θεός είναι η αγάπη και διάβολος ο εγωισμός. Ο εγωισμός είναι το αυτάρεσκο κοσμοείδωλο της έπαρσης μας που μας τυφλώνει και καρπώνεται κάθε επιτυχία μας.απ την άλλη , σατανας είναι η εκδικηση της αγαπης (θεος) που της χαλασαμε το ονειρο. Άνθρωπος είναι η ισορροπία μεταξύ μηδενός κι απείρου. Αν Θεός είναι το νόημα, τότε παράδεισος είναι το νόημα που κοινωνείται. Αν ελαχιστοποιήσουμε τον εγωισμό μας, θα έχουμε αντιλήψεις που θα δικαιολογούν δεκαπλάσια έπαρση κι αυτή την νεα έπαρση την πολεμούμε ξανά. Έτσι οι δυνάμεις μας ως αρετές αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Κι αυτή είναι η αληθινή εσωτερική περιπέτεια της ύπαρξης. 

Η κοπέλα λοιπόν βγαίνει απ'την κρεβατοκάμαρα παίζοντας το τελευταίο της χαρτί, ώστε να θέλξει τον ήρωα μας.  Βγαίνει φορώντας μόνο την κυλότα της, γυμνόστηθη. Το δικό του βλέμμα όμως εξέπεμπε οίκτο αντί για πόθο κι έτσι αυτή ντράπηκε και σκέπασε το στήθος της καθώς πήγαινε για το λουτρό. Μετά από λίγο Χριστός και πόρνη κατεβαίνουν στην πόλη γιατί η κοπέλα είπε ότι θέλει να πιάσει κάποια έντιμη δουλειά κι αυτός θυμήθηκε μια καφετέρια που ζητούσε γκαρσόνα. Έγιναν οι συνενοήσεις κι όταν έφυγαν, αυτή ζήτησε το τηλέφωνο του Χριστού. Αυτός σκέφτηκε ότι αυτό ήταν κάπως επικίνδυνο γιατί ποιός ξέρει, μπορεί να του ερχόταν κανένας νταβατζής…πολύ μακρυνά του πέρασε απ'το μυαλό να δώσει ψεύτικο νούμερο αλλά ένιωσε δαιμονική αυτή την σκέψη. Αφού μέχρι τώρα ήταν αληθινός έπρεπε να παραμείνει αληθινός μέχρι τέλους. 'Θα παραμείνω άνθρωπος μέχρις εσχάτων' (Ιονέσκο). Άλλωστε, είπαμε ο σατανάς λέει 99 αλήθειες κι ένα ψέμα. Αυτό το ένα ψέμα απέφευγε ο Χριστός. Έδωσε το αληθινό του νούμερο. Την αποχαιρέτησε με την φράση “πήγαινε και μην αμαρτάνεις”.  

Κατευθύνθηκε πρός την παραλία. Ένιωσε παράξενα που εκείνη την ώρα ουρανός και θάλασσα είχαν ένα ιδιαίτερο φως. Τέτοιο φωτισμό είχε δει τρείς – τέσσερις φορές σ'ενα όνειρο του που επαναλαμβανόταν. Στο όνειρο του επίσης, υπήρχε το ίδιο τοπίο περίπου, με τό ίδιο φως. Η μόνη διαφορά ήταν ότι στο όνειρο αχνοφαίνονταν στο βάθος ένα νησάκι κι αυτός με μια βάρκα, μέσα σε γαλήνια ασημί κυματάκια, όδευε προς τα κει. Με άλλα λόγια τώρα ζούσε στον παράδεισο που είχε ονειρευτεί. Ώστε αυτός είναι ο παράδεισος, σκέφτηκε, τόσο απλός, τόσο ταπεινός… Έκατσε στο καφέ μάλλον στριμωγμενος. Μια όμορφη κοπέλα καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Ο Χριστός έπιασε κουβέντα με την 'ιδέα' της γυναίκας, την ιδεατή της εικόνα, παρόλο που η ίδια του είχε γυρισμένη την πλάτη.

- Γειά σου, είπε αυτος.

-Θέλω έρωτα ,ειπε αυτή.

- Κι εσύ; Όπως όλοι;

- Ναι, κι εγώ, όπως όλοι.

-Αν με κοιτάξεις θα σου προσφέρω έρωτα πνευματικό.

- Όχι πνευματικό, κανονικό θέλω.

- Είσαι από χώμα και χωματένια σκέφτεσαι.

- Οκ. Δεν προσφέρεις έρωτα. Τότε μίλα μου.

- Τι να σου πώ;

- Για τα μεγάλα σου σχέδια.

- Ξέρεις τα σχεδια μου;

- Φαίνονται στην φάτσα σου την ιεροπρεπή.

-…Και ποιά είναι τα σχέδια μου;

- Ούτε κι εσυ ξέρεις ακριβώς. Το μόνο που ξέρεις είναι ότι πρέπει να είναι μεγάλα.

- Ειρωνεία διακρίνω.

- Φυσικά. Σε προσέχω ως ιδέα αλλα αν γίνεις αυτό που επιδιώκεις, αν γειωθείς ,θα σε προσέξω και ως άνθρωπος. Όπως πολλές γυναίκες, προσέχω πως σου φέρονται οι άλλοι για να σε κρίνω. Ως γυναίκα νιώθω πολλά απ'όσα γίνονται γύρω μου αλλα καταλαβαίνω λίγα απ'οσα γίνονται μέσα μου και ψάχνω τον εραστή που θα δώσει λέξεις στα συναισθήματα μου.

- Μπορώ να γίνω κάτι παραπάνω από εραστής σου, μπορώ να γίνω αδελφός σου.

- Νάτα πάλι τα ξενέρωταα…

- Χαχα…όμως, λες, προσέχεις πως μου φέρονται οι άλλοι για να με κρίνεις…αληθεια

πως μου φέρονται;

- Σε φοβούνται, δεν το κατάλαβες;

- Ναι ε; Γιατί;

- Γιατί οι ιδεατές τους εικόνες τους συμβουλεύουν (αυτό που λέμε διαίσθηση, ένστικτο). Τους συμβουλεύουν ότι είσαι τρελός. Πιστεύεις εκείνα που δεν είναι.

- Εσύ ξέρεις τι πιστεύω;...για πές μου … τι πιστεύω;

- Δεν ξέρεις; Με δοκιμάζεις; Πιστεύεις ότι είσαι τέλειος ενώ δεν είσαι.

- Με πονάει που το παραδέχομαι αλλά έχεις δίκιο. Όλα τα κάνω για να τσεκάρω την εικόνα που δίνω στους άλλους. Ακόμα ετεροκαθορίζομαι.

- Κανονικά, κανείς μή τέλειος δεν δικαιούται να μιλά. Κι ο τέλειος δεν έχει διάθεση να μιλά. Είναι μέρος της τελειότητας του. Αφού η αλήθεια της κορυφής είναι η σιωπή (Πεντζίκης). Ο τέλειος σωπαίνει γιατί καταλαβαίνει τον αγώνα που δίνουν οι άλλοι.

- Δίνουν οι άλλοι την μάχη που δίνω εγώ;

- Ίσως δίνουν μεγαλύτερη από σένα, καλοβολεμένε με τα λεφτά των γονιών. Δίνουν μάχη να επιβιώσουν. Ο κόσμος πεινάει γαμώ τον καπιταλισμό μου γαμώ.

Τότε παρενέβει η 'ιδέα' του φίλου της.

- Σε παρακαλώ μην μιλάς στην κοπελιά μου μη σου κάνω την μούρη κρέας. Μπορείς να θεολογείς όλη μέρα αλλα αν τολμήσεις να μπείς στην ζωή με λεφτά και γκόμενες θα σου κόψουμε τα πόδια.

- Είσαι δαίμονας;

- Ναι. Όταν διεκδικείς θέση μαζί μας, στον κόσμο μέσα, θα σου φάμε το αυτί, που μου θές και κοπέλα.

- Δεν ψάχνω κοπέλα. Προπονούμαι στην μεταφυσική μιλώντας με τις 'ιδέες' .

- Και τότε γιατί δεν έπιασες αρχικά κουβέντα μαζί μου;

- Έχεις δίκιο. Ακόμα κάποια κατώτερα ένστικτα μέσα μου, προτιμούν την γυναικεία παρέα ως πιο ευχάριστη.

- Ελα βρε, πλάκα σε έκανα. Ως ιδέες, όλοι κάνουμε έρωτα εδώ παρέα και σε προσκαλούμε.

- Η δικιά μου όμως ιδέα γειώνεται, ενσαρκώνεται, δεν είναι πρωτοφανές;

- Τι να γίνει; Εσένα διάλεξε Αυτός.

- Εσείς, σαν ιδέες , δεν θέλετε να γειωθείτε στο άτομο που σας φέρει;

- Μπά…προτιμώ να έχω σκυλάκι τον άνθρωπο που μου ανοίκει. Το είδος της τελειότητας που έχω δεν θέλει να σώσει κανέναν. Και στην τελειότητα υπάρχουν παραλλαγές. Εσύ θέλεις να σώσεις τον κόσμο. Δικαίωμα σου. Μήπως κι ο Δίας σ'αυτό δεν διέφερε απ'τον χριστιανικό Θεό; Ο Δίας δεν αποσκοπούσε τόσο στην σωτηρία κάποιου. Κατέβαινε, φιλούσε, διασκέδαζε, κι επέστρεφε στον ουρανό.

Εκείνη την ώρα το ζευγάρι φιλήθηκε. Οι ιδέες τους έπαψαν να του μιλούνε. Τότε ο Χριστός άκουσε όλες τις υπόλοιπες φωνές των ιδεών που βρίσκονταν στο καφέ. “Θέλουμε έρωτα! Θέλουμε έρωτα χαχαχαχα”.

- Ε, εγώ θέλω αθανασία, λέει ο Χριστός.

- Αυτήν την έχουμε κιόλαας!...χαχαχα.

- Ναι αλλά στην δική μου περίπτωση θα'χω και την σάρκα μου αθάνατη. Και θα διδάξω στους ανθρώπους τον τρόπο.

- Για να δούμε, για να δούμε. Μεγάλα λόγια με το τσιγάρο στο χέρι χαχαχα.

- Εσείς, σαν σώματα, θα πεθάνετε απ'τις αμαρτίες σας. Απ'τις αμαρτίες γερνάμε και πεθαίνουμε. Αν δεν αμαρτάναμε θα πεθαίναμε στα 130.

- Χαχαχα. Να και κήριγμα ο μικρός χαχαχα . Μόνο ο καθωσπρεπισμός μας εμποδίζει απ'το να σε πηδήξουμε.

- Να μου κάνετε έρωτα δηλαδη; Ή να μου κάνετε κακό;

- Και τα δύο χαχα. Την είδε Χριστός το πιτσιρίκι, την είδε τέλειος. Εμείς οι ουράνιες δυνάμεις έχουμε ρίξει το γέλιο της αρκούδας μαζί σου. Τι κάνουν οι ιδέες όταν βαριούνται χαχα…όμως δεν είμαστε αχάριστοι. Αφού διασκεδάσαμε μαζί σου σ'ανεβάζουμε στο ύψος μας να γελάσεις κι εσύ με την ανθρώπινη κωμωδία.

- Πω πω τρελαίνομαι.

- Προστακτική της παθητικής μετοχής του 'τρελαίνομαι'… 'τρελάνσου' χαχα.

Εκείνη την ώρα πέρασε ένα ασθενοφόρο με την σειρήνα να ουρλιάζει. Όλες οι ιδέες των ανθρώπων φώναζαν “καρδιοπάθειες απ'τις πολλές συμπάθειεεες χαχαχα. Ένα ακόμα σώμα χάνει την ιδέα τουου”.

- Εσείς καλά περνάτε ενώ τα σώματα σας βασανίζονται.

Σηκώθηκε κι έφυγε απ'το καφέ. Βγήκε στον δρόμο…

- Θεέ γιατί με διαλεξες;

- Καιρός να σου το αποκαλύψω κι αυτό. Σε είδα κάποτε να χορεύεις, γι'αυτό.

- Κι όμως τι αγγαρεία να είσαι Μεσσίας…πόσα λίγα θέλουμε να κάνουμε όταν δεν έχουμε να κερδίσουμε τίποτα…η μόνη μου απόλαυση είναι η γνώση ότι βοηθάω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

    Παντως αν ο θεος είναι γυναικα κι ο σατανας αντρας , τοτε ολο το συμπαν είναι ένα συζηγικο καυγαδακι , μονο που αντι για πιατα πετουν γαλαξιες. Κανω πλακα. Λεγαμε ότι ο θεοδιαβολος είναι γυναικα. Παντα υποθεσεις κανω. απ την άλλη βλεπω θεο και διαβολο να παιζουν τον καλο και κακο μπατσο στην ανακριση ωστε η ψυχη να τα ξερασει όλα κι ετσι να καθαρθει. Άλλες φορες  βλεπω τον θεο σαν παιδακι. Κι οι γονεις του λενε «θεουλη , με τους ανθρωπους παιζεις?»            -«να επεισα έναν ανθρωπο ότι μπορει να γινει θεος και τωρα διασκεδαζω βλεποντας τον να συγκρουεται με τους αλλους ανθρωπους που τον περιγελανε. Τον επεισα ότι «ανθρωπος» είναι ενας θεος που δεν το ξερει και γι αυτό δεν φερεται αναλογα. Οι ανθρωποι μιλανε ολο για ελευθερια…

-αχ θεουλη  Τους εδωσες περισσοτερη απ οση δικαουνται

- μα εγω από αγαπη…

-…Κι οριστε ομως…εχουν την «ελευθερια» να δυαλισουν τον πλανητη και…το κανουν. Είναι σαν να διδασκεις σε μια σαυρα πώς να χειριζεται οπλοπολυβολο…τι θα προκυψει? …λαμπογυαλο. Αυτο είναι οι ανθρωποι τωρα . σαυρες με οπλοπολυβολα.

- Αν δεν τους ειχα πλασει ο ιδιος θα λεγα πως είναι ένα λαθος της φυσης. Είναι , δηλαδη περισοτερο εξυπνοι απ οσο δικαιουνται. Δεν εχουν το αναλογο ηθικο αναστημα.

THE SECOND TIME

1st CHAPTER: WHERE MIND OVERCOMES FLESH

I am at a gallery (Lord, help me narrate). I went for the exhibition but also for the girls. I ran into some acquaintances, too. I noticed that the best painting was next to the worst one and a pretty girl in front of them. I gathered my strength and approached.

- Which one do you prefer?

- I... I don't know..

She looked ignoramus. So I take a deep breath and begin to analyze. I was explaining for some five minutes when I heard a voice whisper next to my ear:

- Yeah, but you haven't told us which one you like.

I thought he was her boyfriend and concealed my anger.

- Look, I said, objectively speaking...

- No, not objectively, try subjectively.

I didn't like his tone of familiarity and his face was common.

- Are you together? I ask.

- No, says she.

Then I turn to him:

- Could you leave us? We were having a discussion...

He turns to the girl:

- Do I bother you?

- Nope. says she in an apathetic tone.

- Well, my friend? he says.

I was now angry with both of them.

- Farewell, I murmured and turned to leave.

His hand boldly touched my shoulder.

- Please don't leave.

His effusiveness aggravated me, yet he touched me like my brother would. I stayed.

- Well, guys, he said, the most serious reason why we are standing here talking is the girl's beauty, isn't it? I suggest we bring the reason to the surface and turn it into a game.

- What do you mean? I asked. I was stuck with my anger by momentum and didn't know what to do with it. Finally, I was angry with myself, too, and tried to change my expression, which only resulted in a mask-like smile.

- I will explain... I suggest we set our lovely... (what's your name, dear? Lina? Perfect) we set Lina here as our prize.

- Are we to duel?

- We are to compete with arguments and the winner shall be decided by Lina and rewarded by a peck on the chick.

- ... and what shall be the topic of our duel?

- This is also for Lina to decide... Lina, what shall be the topic?

- Er... the topic is... which of the two paintings is better

I secretly rejoiced, as art is my field.

- OK my friend, said he, choose which painting you appreciate more and convince us. I' ll support the other.

As I said, the two paintings had an obvious difference in quality and I chose the better one.

- The one on the right is better, because the forms...

- What's a form?

- Objection! No interruptions.

- Touché. Pray, continue.

I talked for four minutes. The girl's expression was calm and undefined. The expression of whats-his-name was lively and full of enthusiastic curiosity, which grew dark from time to time. With his expression he controlled the course of my speech. Whenever he looked displeased, I felt the need to explain further. I finally messed up and got into a contradiction, hoping they wouldn't notice. The contradiction was that I initially presented the criteria by which I compare the two paintings, while in the end I stressed the fact that we cannot discuss the aesthetic approach, i.e. the criteria.

- You came to a contradiction, sir... he said.

The sudden tone of courtesy surprised me.

- Yes...

The girl: "What contradiction?"

The stranger "Never mind, let's overlook it, I don't want to win by guerilla war, I want an open battle... My turn now! I believe that the other painting is better because it glows with ambition. I appreciate the conception rather than its poor technique. In every painting the ambition and its result is evident."

- I appreciate the first painting precisely for the same reason. By setting low standards in his ambition, the artist managed to meet them easily.

- Ha! My friend, these are the things I'd say if I had to support your painting. But it's my turn to talk. Ask me.

- What's a form, my friend?

- Well, well, ha, ha, ha...You remembered my question... A form, in simple words, is a piece of shade or colour that relates to others in a harmonious way.

- I am covered.

- I thought so. I answered more or less the way YOU would have answered, that is, dryly. But I have a different opinion.

The girl laughed. She came out with a "hih!", anyway.

- Meaning? I asked.

- Meaning that there is no form in nature. It is an intellective construction as the artists tries to put chaos in order. Form means unity. A unity that contains other subunities and thus enables the artist to comment on the subject's objects... for art is a comment on reality, much more substantial than reality itself (Heimonas)

- Art is non-conventional communication.

- Such a dry approach! Are you a communist or something? Art is chiseling silence with words and emptiness with colours.

- We cannot talk like that. I speak rationally and you speak poetically.

- And that's precisely your mistake. You speak rationally about something that contains a mystical, a hidden element. About something that appears to be impossible to express!

Some were listening discreetly. I was losing, hands down. I could see it in her eyes. She was charmed by what she understood and more so by what she didn't understand but could feel its value.

- See? You have lost. Your biggest mistake was not manipulating non-verbal signs. It is important when claiming a woman. You gave off a kind of frigidity.

The girl reached out to kiss him. I was suffering.

- Now you kiss me.

- I beg your pardon?

- I'll give you a good reason... Despite all your eloquence, you ignore what art really is about, and I shall tell you...will you give me that chance? I shall speak "rationally".

- Be my guest.

- Okaaaaay, art is... there, see that table? In reality we ignore what that table is, both as a concept and as matter and that is probably because we don't know who we are ourselves. All we know is that the table is one meter away from us. That is, we only know our relationship with objects. A work of art is the crystallization of our relationship with the world, which speaks of the world and of us. Kiss?

- No, because...

- Because in reality you're not interested in art but in philosophy. Well, art helps us search for the truth not in objects but in facts, that is in the relationships between objects. There, did I convince you? Kissy kiss?

For a few seconds I just stood there staring at him pointing at his cheek with his finger. He had an open smile and a kind of glow. The girl clapped her hands.

- Got to run, he said, here's my phone number.

Suddenly, he turns to the girl. "Lina is short for... what?"

- For Tsevetelina. My mother is Bulgarian. My father is Greek.

- If you are not from one country, you are from none.

- What do you mean?

- Farewell. Call me, my friend.

I was alone with the girl and was surprised to find that I would rather follow him than stay with her. "The mind overcomes the flesh?" I wondered. Lina appeared angry that he hadn't given his phone number to her.

- He's a fag, she said.

CHAPTER TWO: WHERE A MADMAN RAVES

I was quite busy the following days. I had just graduated from the university of fine arts and was looking for a job as a teacher of freehand drawing. I'm better at teaching art than at actually practicing it, painting that is. I started off in the workshop "Morphs" which prepares students for the examinations for the University of Fine Arts. I was explaining to students the handling of forms, and I suddenly felt my words devoid of meaning. As he had said the other day, there is no such thing as a form. It is an intellective construction. But how was I supposed to explain that? I always mean what I say and I now felt scotched. I sent him an SMS about the whole thing. I wrote "Good morning. Our little conversation the other day is hindering my teaching. What do you suggest?"

And then my phone rings. "Make clear to your students that everything you say relates to traditional painting, prior to Cézanne. Introduce them to classical painting and then work your way to the rest."

- I thank you... what is your name?

- I don't have a name yet. You may call me as you please.

- You're driving me crazy man... May I call you Teacher? I said jokingly.

- What kind of a teacher?

- A teacher in painting

- Oh...

In the evening I went to my grandmother who is always happy to see me and I myself consider her simply the most remarkable person I have ever met. She speaks with a soft voice and sings like an angel. Lately she's been writing songs, too. She uses quite commonplace expressions in her lyrics but I see in her the soul's ambition to express itself in all its divine grandeur. I suddenly came up with an idea.

- Grandma, can I say the Lord's Prayer to you?

I started, paying heed to the intonation, the tone and the articulation.

- Liked that grandma? You wanna say it too?

And she did... and I was astounded. The timbre of her voice had such contrition, such a deep demission and invocation, that my articulation suddenly sounded like Donald Duck stuttering. "It's not what you say but how you say it" they say. My grandmother didn't care about style. She recited with plain awe and respect to the power of the words, even though she didn't seem to understand every single one of them. So her oration came out solid in an unconstrained manner.

The next day I was thinking of the stranger. I was feeling that he was expecting my call, without calling me himself. That made me stubborn and I didn't call him either. Two days passed. I taught in the day and painted at night. I painted on the computer my mediocre, unambitious images and enjoyed applying none of the things I taught. The phone rang. It was him.

- Can we meet at Kamara? he asked.

- I can't, I'm busy.

- Please, I need you.

- What do you need me for? Don't you have any friends?

- I need an intellectual.

He was sitting at café "Alpha".

- So, what did you need me for?

- Have a seat my friend, have a seat. What I needed you for? You want a rational or a metaphysical answer? You want a one-minute or a one-hour answer?

- Quit bugging me. Let's hear it.

- Here's the thing... I feel inspired today and I was wondering what kind of an impression I am giving.

- I beg your pardon?

- ... Let's start a conversation and you'll understand.

- A conversation? On what?

- Anything. Say... god. What is your relationship with god? Do you believe?

- I'm an agnostic, meaning that I don't know if god exists and I don't know if he doesn't... and I do not believe that we will ever know. We cannot know.

- Do you believe that YOU exist?

- Er... yeah, of course.

- And do you believe that your conscience is improving over time? That you understand more than you used to as a baby?

- At times yes...

- So if we improve, where are we heading? We cannot reach our ideals but they show us the way. Staying on the correct path is what's important. Let us assume that your conscious state as a baby is a point and your conscious state now that you understand more is another point, then through the two points a line passes and stretches to infinity and there, at the end of infinity, God awaits. So God, in the crudest sense, is your ideal self, your ideal image, which talks to you and calls for you. What's your name? Giorgos? God is the Super Giorgos inside you who is striving to express himself. God is your core, the Giorgiest you can become.

- I don't know if I understand fully, but...

- And you know what's funny? Your ideal self is very much like the others'. The needs and ambitions are basically the same. And from this point of view, god is whatever brings us together.

- And what are those ambitions?

- Why, becoming gods, of course! You're an intellectual and I need you. Women feel more than they understand. You think more than you feel. If I felt as much as I understand I would go crazy and you know what? That's exactly where I'm heading. Now tell me, am I conceited or am I modest?

- I can't really tell, you speak incomprehensibly and jump from one thought to another.

- You can't really tell because up there, contradictions (like proud-modest) are in harmony and perhaps in the end they coincide, too. The air is very thin up here, but the view is spectacular. If you were a doctor, you would think I'm a maniac. Every event has at least two interpretations. The rational one, i.e. that I am a sick man and the post-rational, the metaphysical, i.e. that I am in ecstasy. What do you think of me now?

- I think that you have been in great pain and that your imagination is engulfing your rational, objective view of the world. You're falling apart.

- Ha. Freud might have said that my superego is engulfing my ego... You called me a teacher. You know what kind of a teacher I am? I am a teacher of teachers. And the fist thing I am teaching you is that truth lies not in books but in glances. I myself am a collector of glances and of experiences. There, I see it now. You look at me with suspicion. This is the kind of look I put up with all day. I talk and scare people away.

I need your help. I strive for a metaphysical life. I begin from remembering death, from the memory of death and will arrive at the abolition of death, but this I will explain to you some other time. I constantly go up and down the levels of conscience. From being asleep I become awake and from being an urchin I become a Christ... but this is where the problem lies. The more I distance myself from the shade of mediocre grey, aiming for white, the more I am in danger of becoming black. I want to speak the truth but if I mix one tiny little lie in my words, I become satan, for satan says 99 truths and one lie. I use the Christian model of describing the divine for you to understand, but I could use others. The promethean, the Buddhist...

- You said you're becoming a Christ but you have neither his serenity nor his simplicity. You bring out a kind of tension and confusion. Have you seen a doctor?

- My father is a psychiatrist and an atheist. He diagnosed a bipolar disorder and gave me pills... Perhaps god needs man's help to come to terms with the devil.

- Do you take your pills?

- Am I losing my head? And yet I try to harmonize with you. For us to fly towards the ultimate conscience. Because heaven is communication. I am trying here to build with you a heaven for two. And I am here as a whole. Absence from the present is a sin... Absence from the present is a sin! (Pentzikis) This is all I remember from everything I have read, as well as "being afraid of death is a sign of having had a bad life" (Wittgenstein). Those two sentences are doors leading from logic to meta-logic, to metaphysics. This is something a teacher should know, for he is bound to encounter the 4 foes. This is not the time to explain, but think of Adam and Eve. When they were driven away from heaven, where did the animals go? The animals are still there, in heaven, and you can see it in their eyes. All creatures are in heaven except us. Now I am teaching you. I am trying to harmonize with your wavelength, with the colour of the ray you are emitting. Remember that when you talk to many people you have to emit white, which contains all colours. I talk, I talk, I work to bring silence. When a simple look will make everything make sense and I'll be in the middle of this path and follow the melody that the scream was clad, because I have eaten abyss-pie!...

The lightning missed because it was aimed at someone else, someone initiated and it hit me, the ignorant, the unprepared, the parrot. And so the parrot understood what he was parroting and lost its speech and found it again on the other side and everything upside down phosphoresces and strives to be called as it deserves. I am the path that leads to you.

I am not grief but its study.

I am the reading lamp's aura when you accept it.

I am anything and its opposite.
I! The ultimate Adam, the chaos' lucky one, the burned one. With the condemnation to leave eternally and breathe eternity into every mouth that opens like that initial explosion, where nothingness, darkness produces the worldaaaaaaaaa...

His limbs stretched and he had spasms as if he was electrocuted. I didn't know what to do. Did he have a ceasure (epilepsy?) I later learned that it was called an extrapyramidal syndrome, a side-effect of the drug. I slapped him to bring him round. He calmed down, hanging from the chair like an empty bag and his eyelids grew heavy. He began to weep.

- What's wrong? What's wrong? You wanna go to a hospital?

- No... I'm fine, he whispered.

- Why are you crying?

- Nothing, it's nothing. Forgive me. You don't deserve going through all this. I must go, I must get some sleep.

- You want me to take you home? Where do you live?

- You don't have to... Can you spare five euro?

- Yeah, here.

- Farewell. I'll see you again. Forgive me.

I send him a message at night. "Are you OK?" I was thinking of him the next days. That man was carrying a heavy burden... maybe he was sick, but what kind of a divine mania seized him? The hours spent with him were heavy and time passed slowly. I felt he was in pain, he plunged into the abyss or into subconscious or god knows what... even his mistakes were supreme.

CHAPTER THREE. WHERE THE HERO IS AFRAID TO ASK

The next day I went to the primary school where I taught art to small children.

- Sir, are you married?

- No.

- Careful. You might end up a desolate old fart.

I began writing this diary. Who am I addressing? People? My ideal self? Something he would have said. At night I met with some friends and later they took me to a place I detest. A bar with consummation hookers. They pushed me and I finally went along. A drunk woman, a real wreck, sat next to me and started soliloquizing. "Generally speaking, fucking is what it's all about... Fuck man, I 'm looking for whiskey and all the glasses seem to be filled with fucking water. Wanna buy me a drink?" God, I think, customers come to enjoy themselves with women in this condition? And they actually do enjoy themselves? Suddenly she got up, sat on my lap and started grinding herself against me. That took me by surprise and I stayed frozen and rigid. In the end she got up saying "You're never getting married, man".

- That's the second time I hear this today.

I suddenly remembered the love of my life, Melina. I never thought of her in a sexual kind of way, I just wanted to be next to her. When I first told her "I 'm in love with you" I am certain she felt the whole weight of my love. I had sex many times in my life and yet the most erotic moment I can remember was when, on our first date, she would let me hold her hand, her precious little hand. I was in a lot of pain at the time, meaning I was living intensely but in the end I never had her. She went and got married.

Then came the period during which I devilishly wanted each girl I became involved with to be prettier than the previous one. I wanted to watch my status rise. I heard a voice "Scumbag!"

Days went by and I missed him. I missed his pompous speech, his holy mania. Then a message came. "Good evening darling, I don't exist"

Wow, I thought, he's still in a bad phase. The following night a message comes. "Your last thought before you sleep will be of me." I didn't answer so as not to get into trouble. I couldn't sleep, though. I was in a trap. I tried to think of something else and yet this phrase was stuck in my brain. Finally I sent him a message.

- Which are the fighter's four foes, teacher? First of all, are you OK?

- What kind of a teacher am I?

- You are a teacher of teachers, a teacher of life?

- Are you being ironic?

- I half-believe it.

- So be it, let's stick to that. We'll talk tomorrow.

We made an appointment in church Panagia Dexia. He was calm. We stayed silent for a while.

- Do you feel the vibrations? God no longer dwells here. Shall we?

A beggar was just entering and started panhandling from the seated congregation. Two priests tried to drive him away. He suddenly started screaming "Sacrilege! You turned the house of God into a bank! Pharisees!"

- We'll call the police, said them.

- Call them then! Thieves!

Then my friend stepped in. He touched them on the shoulder and went calmly outside, in front of the gate. There, the beggar suddenly knelt before him. My friend was embarrassed. He ran away towards Kamara. I followed him. As I rushed by, a guy shouted "Don't worry, it's me, Paul."

I found him near Kamara, in the café "Elpidoforos" ("auspicious")

- What did you tell him and he knelt before you?

- Nothing. We didn't talk.

- Yeah, but you embraced him on the shoulder.

- That's my little magic, you should watch and learn from these little things, you only care about words. You intellectual!

- Words are the little wagons that carry meaning.

- ... and meaning is always more and it overflows. Let's show what we cannot tell and imply the unsaid over the expressed.

- Here you go again, man, can't you speak like a normal person?

- You want the one-minute or the one-hour answer?

- No, it's more than I can handle. What do you do for a living?

- I am a beggar... I like living exclusively off people's kindness.

- Ha! You're gonna starve to death.

- Actually I beg from my mother.

- Have you been to the university?

- I studied the art of the devil. Advertising... You mentioned words and meaning. We now look at each other as if we are different. But the truth is that the one is entering the other with the meaning of his words. And then the other one carries him inside him. Now that I'm talking to you I am entering inside you and then you'll talk and enter inside me. This, so to speak, sexual process is like a dance. We are dancing... let's clear our senses. If you listen as eloquently as you speak, you'll finally be able to see. There are so many people inside me. Socrates, Christ... there are thirty people talking to you from in here.

- You're scaring me. Where are you ?

- I almost don't exist. My friend, we are cocktails of other people. My only personal intervention was that after I was 17 I began to decide who I will be influenced by. Let us not forget though that until puberty we were parroting others without judging them. Our parents, the environment... If we don't strive for good education we are bound to put up with the bad one, the kitsch that surrounds us. I prefer being the conduit of Plato than of my aunt Kitsa. The only thing we can do is become pure conduits of the meaning, of the spirit that endeavors to be expressed in the three-dimensional world, to be earthed in time and space... Tell me something you consider a downside of yours.

- I get easily bored.

- Boredom is the mind's hunger. I'll have to feed you.

The girl came for the order. I ordered a rare type of tea, which they didn't have. I ordered another one which they also didn't have and then another... until I finally settled for a camomel. He said:

- If your sensitivity was appeased in your art, it wouldn't come out in your choice of tea. You're becoming a hypochondriac.

- You have an answer for everything, dontcha?

- Ha! I'm an answering machine!

- Then I'll give you a hard one. An uncle of mine has got cancer. How do I comfort him? I am very distressed.

- If you wanna be distressed over someone, do so for yourself, because you also gonna die. The only way to lift his spirits would probably be to commit suicide in front of him saying "See? It's nothing." If you cannot do that, you better stay away from him, because he envies your health and hates your pity.

- You are unbelievable! I'm scared to ask you anything, I am afraid of the answer. Is there such a thing as immortality?

- After death I'm not sure. But there is immortality during our lives. You can be immortal for 10 minutes. It all has to do with handling time. We'll get into this later.

- You did it again. How does this all come to you, man?

- I do not think anymore, I flow. You want to confess?

- To you?

- Yes.

- Maybe later.

- OK... we were talking about immortality.

- You were talking.

- And you were listening, filtering my ideas, giving them your own meaning and actually carrying out an internal monologue. That's solipsism.

- I didn't catch that, carry on.

- It's OK, I'll explain some other time.

- First of all, how is your health?

- Fine. Why do you have a pony-tail? To show off your intellectual independence? Each one with his uniform. I used to have long hair and a beard but now I try to simplify myself. I am thus indefinable and not standardized. I want to express the mood of every moment that changes and not a constant, superficial signal of appearance. Even Mona Liza was not always smiling.

- Huh?

- By having a simple, neutral appearance I can feel standardization more clearly, the signals of others. The varieties of their egotisms.

- Oof! Let's take a break. I'll go buy some cigarettes.

In the shop, I was influenced by the discussion and feeling more aperceptive. In the nude pictures of the covers I discerned the merchant's hysteria, like the hiss in Munch's Scream. A guy ordered cigarettes with a whistle. They obviously knew each other but I saw the insult in the owner's eyes. On my return, I paused and began to observe my friend (should I say "Teacher"?) from behind and to his side. He was standing perfectly still, a fly was taking a stroll across his forehead but his face remained expressionless. I approached.

- Please, let's talk about something lighter, I've had such a difficult day today...

- Let's talk about how art is taught.

We sat for two and a half hours and what we said was like a revelation to me. He explained that I am the analytical type, not the synthetic one. That's why I can easily talk about a painting but not produce one. These are different centers in the brain, he said. I don't remember our discussion word for word but when I went to school next morning and at "Morphes" in the evening, I was rejuvenated. I felt I retained his light inside me even when I was away from him.

CHAPTER FOUR. WHERE CONFESSION IS A START

In the morning I enter the primary school class and I draw a "tangled" line on the board.

- What's this, class?

- A scribble.

I then draw a free line that is extended all across the board, flips over, spins around, makes circles, triangles, like the flight of a bee.

- And what's this now, class?

- Another scribble.

- And which scribble is better? Tell us, Yiannis.

- The second one.

- Why?

- Because it's... richer.

- It's more interesting, isn't it? It's a line that is not obliged to depict something (a house, a tree) and so it is free to flip over and take various shapes. It is a nice scribble with confidence. You make nice scribbles now, class, and remember that a nice scribble is no longer a scribble but art. Abstract art.

In the evening I went to "Morphes". Students there are older, 18 and older, who draw heads (busts). I take a bust and I start.

- For the audience this is a beautiful head. But for you that want to become artists you must know the simple truth that the sculptor who made it also knew. This is not a head but a sculpted piece of rock. In your drawing you must show that you are aware of that and convey with a pure eye the forms that come up in these niches and protrusions as the rock is lit by the specific light in the specific moment. In essence, the subject matter is not the bust but the flow of light on it. Do not draw an eye if it is hidden in the shade. Keep your eye innocent. You must only convey what you see and not what you believe exists. It sounds simple when I say it but your course all these months is the effort to cement this knowledge so that your work glows with consciousness. In a way, you are not here to learn but to forget, to become an innocent eye that handles illusion, because a work of art is an assemblage of lines before becoming a portrait,

At night I had an appointment with the weirdo at café "Alpha".

- You wanna confess? he asks.

- Not yet... talk to me about handling time.

- As we are talking now, you and I, we are in a different time frame than others. If we fill our moment with meaning, then time will flow much slower. Will you pay for my coffee? I am broke.

- Ok. You were saying...

- Time may flow more and more slowly until it stands still and then one lives in timelessness, which is the other side of immortality. This is why perseverance with the present is so important. Get it?

- Nope.

- Let try a different approach. If I am right in what I'm saying, how old am I? How many years does it take to understand all this?

- At least one hundred.

- I am 36. If at 36 I am 100, (me, evolving in a geometric progress) how old will I be at 70?

- 500, maybe more. Maybe 2000.

- Isn't this a way of consciousness to eternity? To immortality?

- Sounds like a sophism to me.

- You are right. I'm not that sure about this thought. But believe me, when the time comes for me to die, I'll be joyful, because I'll have quenched my thirst for life and will want to rest, to sleep. But what does "life" mean? Living means thinking and feeling. But you don't have to go bungee jumping to feel alive, but to sharpen your senses. There are people who take a stroll in the park and are filled with a week's experiences. Our little talk can become a pretty tense experience.

- It is for me.

- I am trying to live in the eternal present and I am being a little self-centered, meaning that now you are my world and I love you a little more than a stranger and a little less than my mother. Do I sound snobbish? I am proud not so much for what I am but for what I want to be. I think highly of myself but of others, too. I elevate us all. You have to talk to the other person as if he were a saint and thus you bring out his saintly side. To love someone is to set him apart. Well, I imitate god and love without setting apart, because a human is a god who doesn't know it. I talk like that because I'm in a hurry. I talk as if I were to die in an hour. Do you play chess?

- I'm not very good, I used to play in the past.

- I'm not very good either. I usually play alone now.

- You practice?

- I practice in justice.

- In justice?

- Yeah, see I have to help the white as much as the black.

- But that's... You'll go crazy, man.

- I don't trust common sense that much anyway. You want the white?

We began. It wasn't long before I was against the ropes. My army couldn't deploy. Then he made a serious mistake which I took advantage of. He soon abandoned.

- There, he said, you are better than me.

- You played better than me but you made a very serious mistake.

Then I had a suspicion.

- You didn't do it on purpose, did you?

- You got me there! I was studying your expressions, as despair was followed by triumph. Let's play another one. I'll play...

- You play your best.

We began and he was playing conservatively at first. But I knew now that my opponent was tough and I played along. He was playing fast. In the center our forces came face to face. I thought my next move for quite a while and advanced a pawn.

- Mistake. You leave your horse exposed.

- Oh, yes!...

- That's OK, take it back.

Then I noticed the music in the café. A Spanish song with a plaintive timbre was perfectly expressing my condition.

- Oh, no, I said, that ain't right.

- That's OK, take it back, it would be a shame to spoil the game.

After a while he made a mistake.

- Wrong move. Take it back.

- No, it's OK, play.

- No, since I took back a move, I have to forgive one for you, too.

- Anyways, I don't regret my move, I don't want to take it back, I have a plan.

- Generosity is not only about granting but also about accepting favours.

- Ha! You talk in an absolute way. That's my favorite style. Your words are a moral preposition and thus difficult to discuss. Anyway, I insist on my move.

- If you insist... then I take the unprotected pawn. But I was getting worked up and this led me to another mistake.

- Take it back, he said.

- No, I won't. You can take it.

- No I won't! and he plays something irrelevant.

- And I bring my castle in front of your pawns so you take it. Or I give you a check mate in two moves.

- And I bring my queen here and if you don't take it, I give you a check mate in one move.

For the first time I hated someone's courtesy. I looked at him angrily and he looked at me in the same way. I got even angrier and then I noticed his lips trembling as if he was trying to keep from laughing. We both burst into laughter.

- I guess you're someone I could confess a sin to.

- Swell, let's hear it.

- I was 10 years old and it was mid-summer in a popular resort. The days passed in monotony. Swimming, eating, sleeping, swimming again...

- And...

- And suddenly there was a storm. We could see a small boat in trouble, 40 meters from the shore. On the boat, there was a guy with his nephews. The children were finally all rescued, but the uncle was drowned. The whole village was upset in a way that stroke me as joyful. They took the body out and I saw it. A lady was standing beside me. I turned and told her "It's a good thing things like that happen and we are not bored all the time." Man, the expression she took! She called on others and would ask me to repeat what I had just said. I kept quiet. I remember nothing after that.

- The fun within the fuss. The child discovered a tremendous truth, a truth untold. Carry on. I'll swallow your pain and I'll burp incense.

- Two years ago I had the hots for a girl...but she wouldn't answer my messages. I knew that her father had died and I took advantage of it. To poke her, I said "Your father sees you and forgives you".

- That's bad.

- I can't continue. Maybe some other time. How about you? It's your turn to confess.

- Not yet. I don't want to scare you.

- OK, I'll wait.

We remained silent for a while.

- Then tell me about the fighter's four foes.

- Castaneda talks about the four foes. The first is confusion. It is the first phase when a young man is confused between many contradicting options. Christ or Nietzsche? Commissar or Yogi? Rationalism or Mysticism? West or East? If you figure this out, the second foe comes along, and that's arrogance. If you defeat the second foe as well, a strange thing happens (the third foe). You become blind from seeing the truth that you are just now begin to discern. The funny thing is that it is possible for all foes to come to you at once. This is what Socrates had to put up with, when he said "I know nothing", and yet he wouldn't stop talking. By talking he was fighting the third foe. To understand his words, we must add one more. "I know nothing PRECISELY". In other words he only vaguely saw the truth. If we were to ask him "What do you see?" he could answer "I see something like a square. The width and size are undefined but it's definitely a square". Get it?

- What's the fourth foe?

- It's the last one, it's old age. It's when life has no more secrets, when you feel full like in the end of an exciting day and you want to rest and wait for death with joy. That's the enemy I want o be defeated by.

- You have defeated the other three?

- More or less. I am still plagued by arrogance and sometimes I am blinded by seeing the truth, for truth is not plausible at all and I am in danger of not being understood by the herd. I am in danger of going crazy, like someone dancing to the rhythm of a music others can't hear.

- You talk like you hold the meaning of life.

- Whoever tries to talk about the meaning of life is usually full of crap. And yet you are right. I keep digging.

- I'll confess one more thing. A few months ago my girlfriend left me because I was being aloof... she went and found someone else, hurting my ego. It hurt so much that I thought maybe I was in love. I started practicing guerilla warfare. I told her we could remain friends and she accepted, which infuriated her new boyfriend. Every time I sent her a message they would fight because he was in love and being jealous. He finally told her they should split and she came to me and confessed everything. It was my chance. I had the chance to win her back. Then I realized that I didn't really want her now that my ego had been satisfied. I suggested she tried to make up with him and I promised not to bother her again. I am a good guy, generally speaking, but if I get nasty I can become a real prick.

- I can understand her boyfriend, but in another level he should want to meet you. What was her attitude?

- She was undecided. She couldn't reach a decision on her own. She wanted to keep our friendship but things didn't work out the way she imagined.

- They never do...

- How much do you believe in what you're saying?

- I used to believe in them a little, now more. My aim to believe one hundred percent, but then you wouldn't understand me.

His face took an expression of great wonder, as if he beheld me for the first time, or more like he beheld a human for the first time.

- What are you thinking?

- I let this thought flow and studied it from another level. Consciousness is the thought's thought.

- But then you could also observe this other level from a distance.

- That's right.

- But this is infinite.

- I have managed to observe three levels of thought flowing in parallel. This is what can happen to you if you smoke pot.

- Have you tried it?

- I don't need it. I get drunk on reality all day, activating the proper brain centers on my own, keeping my consciousness limpid. Why do people get drunk? Some to forget, others to artificially experience divinity. It's when you love yourself and everyone else. A happy man lives in a happy world.

- Look at that woman. She's dressed lightly, unusual for the time of year. When a woman is "searching" she exposes her flesh.

- When a woman is being provocative, this doesn't necessarily means she's "searching". Perhaps she wants to be wanted and takes strength in that. She distills men's lust and turns it into self-confidence. I barf opinions so as to transcend them. Listen to the café's music. Most love songs are addressed to the male lover. These songs are very appropriate when you imagine that they are addressed to god or sometimes from god to human.

As he was talking I noticed a guy wanting to pick his nose. He noticed me looking at him and stopped. His hand went to the side and he scratched his cheek.

I went to the toilette with my cigarette. I finished it and threw it down. I could imagine the cleaning lady picking it up in anger. I imagined her checking the brand and then looking at the customers' packets to find who threw it. I returned to the table but he had gone. I called him on the cell phone. No answer.

14. CHAPTER FIVE. WHERE KAMARA BECOMES A FOOTSTALL

Two days passed and I missed him. I wanted my dose. I called him and found him.

- Teacher?

- Come to Kamara.(a monument)

- I must finish something first...

- No, come now!

- Why? What's the rush?

- Come!

And he hangs up. God, what is it this time?

I went and found him and he was...naked! He only wore a sheet, that is. The weird thing about it was that people hardly noticed.

- Well? How about that?

- Please get dressed! What's all this? They'll lock you in and throw away the key, man!

- Until then I have time to live my fairy tale. Besides, what difference is there between the psychiatry and the other green or red houses?

- What fairy tale?

- That I'm an ancient philosopher. See the white sheet, how it glows in the sun! We'll have a cool summer...

- Great God!

Just then a tourist tried to take a picture of Kamara but he got in the way. She then aimed high at the top and he started jumping to get in the picture. She laughed and finally took a picture of him.

- What's your name? he asked in English.

- Nicole.

- You know what Nicole? If you want to conquer the world, never be the first to withdraw your eye.

- Give me your parents' phone number, I must talk to them.

- Here's the number. I never resist destiny.

Then a speaker started screaming slogans against the government and the establishment. Young members of some communistic party were gathering. He approached them.

- Is the revolution coming? What say you?

-It's coming! It's coming all right! They answered with a touch of irony, noticing his sheet and bare legs.

- Would you kill to establish the revolution?

- Only the guilty and the indivertible.

- Listen, let us assume that you are the leader of the revolution. Well, the first murder you commit will transform all these who until now were following you with loyalty and love. It will transform them into a frightened herd and they will begin to betray each other so that you like them.

- Says who?

- Says history my friend. The history of the French and of the Russian Revolution. You are ready for the absurd.

- Murder is sometimes necessary.

- I'll tell you a parable I came up with. Imagine...

- Why are you wearing a sheet?

- To establish my own revolution against my one and only enemy. Well, as I was saying...

{The Parable of the Revolutionary} Imagine yourself leader of the Revolution. Imagine that many people follow you and you finally infiltrate the office of the corrupt capitalist.

-Are you coming with us or do I kill you? you ask.

And he goes: "Go cut your hair you punk!"

- You asked for it!

And you shoot him in the head. You would, wouldn't you?

- More or less.

- So you justly kill him. But... just then his mother enters the room, bringing him his favorite pie. Think... his mother. An innocent old lady who knows nothing of trusts and of exploitation. A mother who only understands the love she feels for her only child.

- I brought you a snack... she says and then sees her son in a pool of blood. The tray drops. She screams, hugs her child and looks at you with an agonizing wonder. You start saying "You know, lady, it was necessary, the revolution and all...". Just then another old lady enters with a pie, your mother.

- I brought you a snack...

- Not now, mother.

The exploiter's mother looks at your mother. She addresses her out of instinct, as only a mother would understand. With a scream she falls into your mother's arms. She looks at you with an inquiring horror and whispers "Why?"...

- Did you draw any conclusions? Asks the teacher.

- Nope.

- Leftist thought is an ideology. A product of the western man's confidence that he can put an order to things single-handedly. The western civilization is an effort to create a society without a god. I don't think it will succeed. (Eliot).

- Please, I said. Let me take you somewhere to change. I may understand but what about the others? You are making a fool of yourself... and distressing me.

- If I am crazy, I am last in the eyes of people and therefore first in the eyes of god. For god is unpredictable... Oh! And here are my relatives you called. Give us some privacy will ya?

He was briskly discussing with his folks, who were trying to convince him to follow them. A little further away, two male nurses from the psychiatry were waiting by the ambulance. The relatives realized that they had no chance of convincing him and nodded to the sturdy assistants. As they approached, he ran to Kamara and began climbing the scaffold, carrying a speaker trumpet he had grabbed from the demonstrators. He started yelling through it from above.

- Brothers! Madness blew like wind through my brain and carried away all the garbage! Self-absorption, vanity, narcissism. Now I see clearly! Don't buy the advertised products. We are made for immortality. Let us crash the illusion of time. Time is the evil! (Pentzikis). Brothers! You will see god when you don't feel cool anymore. The myth is the truth! (Pentzikis). And I shall give you a myth, you hear? We are god's brain cells and if we all manage to see eye to eye and agree, god will say "I exist" down here on earth. Revolution is a conscious process and it will start in Greece. Because we were the first to turn the fear for death into an inspiration for life! (Empeirikos) Brothers! Leave the beautiful women to those that have no imagination... and I am the first free man. Behold!

... And he throws away the sheet. He stands up there naked with his arms stretched while the "audience" was watching from below with a calm horror... Then the unexpected happened. He calmly got down from the scaffold and gave himself up.

CHAPTER SIX. WHERE THE SUBCONSCIOUS COMES TO THE SURFACE. THE SHIT TO THE SURFACE.

I visited him in the hospital. The doctors told me that he had shifted from mania and went to the disease's other extreme, depression. I saw him. He was silent, dazed by the drugs and the electroshocks, still as a rock. I said "I saw a movie at the cinema but it wasn't any good..." His desolation was haunting me. A minute of silence passed. I was desperately seeking a topic of conversation. In the end I said "I saw a movie, it wasn't any good..." I touched him and he didn't respond. I lifted his arm and it just stayed there, suspended. Tears filled my eyes. I asked the doctors "Is he gonna be all right?"

- Sure he will. Today drugs make wonders.

- How does the drug affect the psyche?

- No one knows. These drugs were the result of multiple experiments on animals.

I observed my behavior during the next days. I noticed that in my obscure position as an elementary school teacher I was being corrupted by the derisory power I held. The power over the kids. I disliked some and I granted special favors to others. If that is happening to me, what happens to rulers and politicians who practice real power?

I visited him again at the hospital. He looked tense, but other than that quite well.

- Welcome.

- I brought you some of my work, here.

He studied them and declared:

- Your work is very sincere but I can understand why gallery owners don't appreciate it. In front of their worthy structure there is a veil of off-handedness that is annoying. Today it's not important what you say but how you say it... and your style has a childish character. But I find it charming because I am also like that. I talk with naivety about grandeur. Some women find that appealing. They don't understand me and that's why they find me appealing. Because they want to admire. Those who understood me became my friends, those who didn't became my lovers. Ha, ha, a witticism! There, my parents are coming with the priest. My mother is a believer and really sets her hopes quite high on things like that."

The whole thing turned into an exorcism and I can commit to paper only what my pen can withstand, for I heard things better left untold.

In the beginning, the teacher was rather calm and quiet. Suddenly, while the priest was talking, he started laughing with a muffled and almost womanly laughter. He said:

"Your merciful God! You want to be God's servant, priest, and bend over out of humility. The hypocrisy! When you are humiliated you feel the arrogance multiplied, for managing to become agreeable to your Lord."

The priest continued reading and their voices intermingled.

- You want to be god's servant, dontcha? Well, I am His Lord! And I am His lord because he begged me to. Because the god and the devil is the same person. He is an old whore looking for a pimp. And He wants man to be the pimp, me, so as to get along with the devil, himself that is. Because the devil is the egoism of God! Hear that? Of God! And the egoism was split apart and now wants to return. The devil inside me asks for forgiveness and god accepts him and so god finally gets along with himself and appears in all his might and without shame... and I shine with his power inside me, you vile excuse of a priest! I'll make you gargle my sperm and tickle with a cool knife Mother Mary's clitoris and eat your shit and kiss my mother and............

He fell down, but with no froth in his mouth. His mother was close to fainting. He rose to his knees and pulling the priest's cloth murmured "save me". The priest, obviously used to similar situations, continued to calmly pray. He touched the teacher's head with his hand and he appeared exultated when he suddenly buried his head underneath the cloth. The priest jerked abruptly and the teacher let out a wild, womanly cackle and started swaying erotically in a grotesque belly dance. "Who's gonna fuck meeeeee?"

They gave him an injection and I left.

CHAPTER 7. WHERE THE STRING IS STRETCHED

Ten days passed. He was considered cured by the doctors and we met.

- Are you Ok? I asked.

- More or less. I will be taking medication for at least three years. For my whole life, I suspect. Only when I am crazy do I feel joyful.

- How do you feel now? Sane or insane? Ha!

- Somewhere in the middle.

Two girls were walking in front of us, talking briskly. When he approached them he said with a clarion voice: "GIRLS!". They were startled and split apart. Then he passed between them whispering "I just wanna pass, thank you". As they pulled their act together they shouted from afar "Who d'ya think you are, asshole?" and stuff like that. I asked him: "Are you a homosexual? That's what I thought in the exorcism."

- We all are a little homosexual. There is no manly man or womanly woman. These are symbols. In essence, we all waver in between. I made a bore into my subconscious and cleansed it.

Further down, a couple was fighting. The man was haling the woman who was trying to escape. They were calling each other names. The teacher approached, held his face very near the man's face and said: "Be careful". The man had two choices. Either calm down or become furious. He chose the latter. He was quite bulky. He grabbed the teacher from the shoulders and shoved him against a car. "Get lost! Or I'll rearrange that face of yours!"

- So rearrange it.

They beheld each other for a few moments. Suddenly the man left him and turned to the girl. He was calm. We left them.

- Did you suck his rage?

- You're beginning to trust the invisible, good for you.

We stopped by a shop window. It was a gallery. The lady inside invited us in. "Come in, come in..." The teacher commented on the paintings and impressed her. Suddenly the lady changed the topic of the conversation. Perhaps affected by the teacher's simplicity, she said: "I try to teach my son to be simple. Today, everyone prostitutes themselves."

- Did you ever prostitute yourself? he asked boldly.

- Well... At a time I tutored a little boy, the parents of which I disliked.

- That's not selling off your soul. You only sold your work. Do you hide big sins behind little ones?

I expected her to be angry. But she felt more at ease. "It's something that... I used to live in Athens. I organized a TV show. At one time we needed five musicians.

- And?

- I found them and booked them but... I found out, too late... by the hostess... that they had to appear dressed as clowns. They were good and respectable musicians. The two refused but the other three needed the money, they had families and accepted. They prostituted themselves.

- And you are more guilty because it didn't cost you anything.

- Yes... she mumbled and her face twitched with sorrow. She leaned forward.

- It's OK... now that you confessed, you are absolved.

- What kind of a man are you? she said.

- A man trying to be human... and if he makes it he will no longer be called a human but an angel.

We left.

- You know how to unlock people.

- To unlock people, you have to be unlocked yourself. Take dogs, for example. Perhaps the only species that doesn't need to hunt in order to survive. It lives exclusively off the love of humans, a love which it elicits, almost by blackmail. How? Why, by loving us in advance and unconditionally. Dogs, not humans are the example.

Now I shall teach you and then I'll ask you what you think of me. I want to know what impression I give to the sane. You are initiated enough so I don't need to explain much. God has created the world in a pool of blood. All creatures devour each other. Even Christ ate animals that had been slaughtered. There cannot be in this world something truly perfect. The fact that we move proves that we are not happy. The fact that we are visible proves that we are sinners. You are the square that meets a cube. What will it understand? Only its base. But I dare you. Look towards the third dimension. Once you see me, you shall become a cube yourself. God tells me "You jerk! How dare you speak in my name? You can't even quit smoking." I say: "I will quit it." Then I hear a chuckle. It was the devil. The fact that I smoke makes me more guilty than some other guy who may commit a murder. Guilt is measured by the size of the consciousness. God tells me... god never speaks. Maybe he doesn't even think, he only...feels. My consciousness talks to me near him, perhaps inspired by him. The more I obey her, the stricter she becomes. Animals are happy in heaven; heaven underneath us, heaven above, only we are in hell. The modern hell is solitude and boredom. Boredom is the spirit's hunger. We live in a cultural Ethiopia. Animals are happy in the heaven of ignorance. In the sunny valley. Man leaves the valley and enters the tunnel as he grows older. Where consciousness and happiness no longer coincide. If he makes it, he comes out on the other side of the tunnel. In a valley again. Where consciousness and happiness coincide once again. After a lot of distance, effort and danger. Become a cube. To be exact, become four-dimensional. Control time and do away with it completely, sticking to the eternal present. I talk to you about the other world, the world of meaning and I invite you. There is no time or space there. On earth, the centers of power prepare a worldwide economic dictatorship. I talked to you about the mundane. Now I shall talk about the extramundane risking you misunderstanding me. The dreams you have, your hopes and aspirations...all these may be more real than reality. The myth is the truth (Pentzikis). The myth gives meaning. Maybe god allows our sins so that when we come before him we are less cocky. This world is the world of matter, visible and meaningless. The other world is the world of spirit, invisible and meaningful. God... nobody really knows why He's gone and is no longer in fashion. He took the summer with him. Time, in His absence, has become smaller and colorless. Now god is returning. The time of harvest. The good times. The apocalypse is not the direct revelation of god. It is the revelation of man. Man shall comprehend his divine nature and bring it to the surface. Thus, god shall jump out of man's brain, like Athena out of Zeus' head. Mayhem shall precede. We are god's brain cells. If we harmonize, if we manage to see eye to eye on just one thing, on what god is, for example, then He shall come down as a spirit. A spirit of reconciliation and of love. Let us accept that there is only one sun but appears differently from each part of the globe. If we have six billion people, we could have six billion different religions and each one respecting the others. We all have a different viewpoint of the truth. Through time, god always followed, unseen, the caravans of hope. In every attempt. Now he dares whatever light dares. He becomes larger in his orbit. He ascends at night's highest bedrooms. Until now, either consciously or unconsciously, we dug for Him. Hopes and realism were caught in the hooks of our soul. Our ego is not a part of the world but its limit. A window through which the spirit strives to enter in search of new conduits. We shall always be puppets. Our only freedom is to choose whose puppets we shall be. Of our passions, of our arrogance, of satan? Satan occasionally presents himself as a moralistic prig. If we hadn't chained women with our ethics they wouldn't allow us to breathe, even on the pavement. I choose to be god's puppet. And I do not know what is good. Something is good because god wants it. Someone on the table next to me coughs. He coughs because I am smoking. You believe me? No? You are right not to. You don't believe me because I don't believe enough myself. The scientific progress has elevated man into the tunnels of specialization. We have lost the world as a whole. The ancient people, barbarians and spiritual. In contact with nature, with the eternal and the divine. In the ugly, urban landscape I recognize the crystallization of our selfishness. People don't enjoy themselves, they merely satisfy themselves. They trust their lives to the scientific thought and sleep-walk, while the rite is an awakening. I bring back to the world the meaning of the whole. As we speak, gases move at the corners of the universe. Do you believe me? Do you think God sent Christ to other animals? Can you imagine thousands of ants crucifying one single ant? Ha! Did Christ have a sense of humor? Of course he did. "Let the dead bury their dead." Black humor. I don't live. I AM. Animals and children ARE. My eternal core addresses yours and invites it... Well, did you form an opinion? Give me the realistic version.

- You look like an educated and sensitive man, with an inability to dedicate himself to one person. You strike me as demented at times but this would only justify the fact that your words are special.

- My words are not that original. Their originality lies in the fact that I mean them.

- You wanna hear the crazy version?

- Yes! Yes!

- Your soul has received a strong boost and oscillated in the extremes of joy and sorrow. Of sanctity and of possession. If you manage to strike a balance between these two extremes, you shall be...

- Say it and let the mountains tear apart!

-... you shall be Christ, bearer of the apocalypse. Of the Last Judgment.

- Yeah! Now you see me. Now you are becoming a cube! Now you are going "crazy". Now the spirit is earthed, now I have a name... it all begins now.

CHAPTER 8. WHERE THE ARROW FLIES

If that's Him, then I am writing a gospel!

Suddenly he disappeared. He wouldn't answer the phone. Days later he sent me a message, "You've got to figure out a way to teach yourself.. If you keep quiet for three days, you'll understand a lot". Two more weeks passed. I was trying to watch the Annita Pania show on TV. Loons and retards were on display, offering to the public their blunders and making them laugh. Trash TV they call it...and Pania says. "And now, the moment you've been all waiting for. In the flesh, exclusively from the world beyond, I bring you...Christ!" Two walls split apart and I see the teacher. Tied on a cross. With a paper halo, fake gold flour and two rays from behind. He was practically naked, as was Jesus himself. An image of wild kitsch.

Pania says "Christ... teach us"

- God got tired of Jews and is now working on Greeks (audience laughs).

- Why do you say that? Are you a racist? asks Pania.

- Every nation carries its culture. And Jews consider themselves God's chosen people. And they are partly right, as god was revealed to them. But darkness saw light and didn't recognize it. I have come just like then but for the whole world.

- Really, why did you come back?

- I have come for the harvest, I have come in all my glory. I have come to bring you heaven. (audience laughs).

- But how are we to believe you? You wanna make a little miracle or something?

- Perhaps later. Miracles blackmail souls. I generally avoid them. (laughs) Our words must be the real miracle. I am the door that leads from the meaningful to the meaningless. This I what we are made for... to become metaphysical creatures.

- Why do we live?

- To enjoy our metamorphosis.

- Why, how can he give so simple answers to such ancient questions? Jesus Christy, you're a little nuts, aren't you? Are you in contact with reality?

- What is reality? Is not reality the phantasies and dreams of others that resist our will? If I am a lie, if there is no objective truth, if I live in a fairy tale then...my fairy tale is mighty and beautiful. I reveal my mythology to you and invite you... to fly where bizarre birds nest in the sun's stairs, to the sun's millions flashes.

- Jesus, you are also a little poet, aren't you?

- You are being sarcastic and disaster shall come upon you.

- Oh! You spoiled it now! I am making you a star and you talk like that!

- I really, truly tell you that...forget it...it's not time yet (laughs)

- No, say it!

- Should I?

- Yes! Yes!

- I am the lottery of your consciousness. (laughs) We must slaughter whatever adorns us and ascend the sky's stairway naked.

- And what do you do for a living, Christy? Or are you only theory?

- What's a teacher's action? His words.

- Christ's answers are really squashing us today.

- I came as a god to make you gods. If we can't be gods, let us at least become angels, or at least saints or at least good guys. But how does a god behave? A god by grace?

- Don't tell us yet. Because before we become gods we must see these messages from our sponsors. We have no time.

- I wasn't born a Christ...I became a Christ. Therefore, you can also... (commercials)

The show continued with paradoxologies. The teacher would speak and the others would laugh. The ratings went up. There were reactions. The Jewish community accused the teacher of being a dangerous and demented fascist. The church also reacted. "This is a new low for TV!" "Sacrilege!" and many other derisive comments. Another nut that the audience will chew and spit out. And yet the ratings went through the roof.

Email.: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it." target="_blank">

tel.: 0030  6978496945

Contact me

email: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

mobile: 0030 6978496945

014752
Today
Yesterday
This Week
Last Week
This Month
Last Month
All days
25
26
165
14247
205
1069
14752

Your IP: 54.159.11.9
Server Time: 2015-08-05 12:26:27
Wednesday the 5th.